×

Ειδοποίηση

Δεν σας επιτρέπεται να τροποποιήσετε αρχεία
ΕπεξεργασίαEdit

Λεξικόν

ψυχή ως αίτιο κίνησης του σώματος

υπάρχουν τρεις απόψεις φι­λοσόφων που αφορούν στις κινήσεις του σώματος σύμφωνα με τις θελήσεις της ψυχής. Οι παλαιοί θεωρούσαν ότι η ψυχή επιρρέει, ασκεί δηλαδή μία ενέργεια πά­νω στο σώμα, έχει με αυτό συμπάθεια, όπως και το σώμα με την ψυχή. Δια μέσου αυτής της επιρροής και συμπάθειας, το σώμα κινείται, κάνοντας όλες τις εκούσιες κινήσεις κατά τα νοήματα της ψυχής. Όπως λ.χ δύο εκκρεμή που έχουν μεταξύ τους μία επικοινωνία, έχουν και τις κινήσεις τους σύμφωνες. Ο περίφημος Βαταβός (Ολανδός) Ουιγένιος (Huygens) είχε δύο εκκρεμή στο αυτό ξύλο. Κινούμενα τα εκκρεμή έφτασαν στο τέλος, προς μεγάλο θαυμασμό του Ουιγενίου, να χτυπούν ταυτόχρονα και τα δύο, με σύγχρονες ταλαντώσεις. Αν κάποιος ήθελε να τα διατα­ράξει και να ανατρέψει για λίγο τον συγχρονισμό τους, πάλι έμπαιναν σε ομοφωνία (συγχρονισμό). Αιτία του συγχρονισμού αυτού ήταν ο κλονισμός που είχε διαδο­θεί στο ξύλο δια του οποίου τα εκκρεμή επικοινωνούσαν. Αυτή η άποψη, η οποία είναι και των τωρινών φιλοσόφων, ονομάσθηκε Οδός Επιρροής. Ο πολυθρύλητος Καρτέσιος αργότερα με τον πέλεκυ που επορίσθη από την αϋλία της ψυχής και την υλικότητα του σώματος, κτύπησε με το συνηθισμένο θράσος του και έκοψε αυτή την κοινωνία και θεώρησε το Θεό κινούντα το σώμα κατά τα νοήματα της ψυχής και την ψυχή κατά τις κινήσεις του σώματος. Όπως δύο εκκρεμή κινούνται συγχρονι­σμένα με το να έχουν πάντα κάποιο να επαγρυπνά για την ομοφωνία τους. Αυτή η αταίριαστη άποψη για το πάνσοφο και παντοδύναμο Ον ονομάσθηκε Οδός Παρι-στάσεως. Ο πολύς Λεϊβνίτιος δυσαρεστημένος και με τη μία και με την άλην άπο­ψη θεωρούσε ότι η ψυχή δεν ασκεί επιρροή τελείως στο σώμα ούτε το σώμα στην ψυχήν. Μήτε ο Θεός διεγείρει τα αισθήματα στην ψυχή, μήτε παράγει τις κινήσεις στο σώμα. Δεν πρέπει στην εξήγηση φυσικών πραγμάτων να εισάγει κανείς τον Θεό σαν ένα είδος μηχανής καθώς κάνουν στα θέατρα. Η ψυχή έχει μία εσωτερική και ουσιώδη δύναμη στο να παριστάνει το παν κατά τη θέση του σώματος και σε αυτό συνίσταται η ουσία της. Το σώμα είναι μία μηχανή κατασκευασμένη με τέτοιο τρόπο που οι κινήσεις του ακολουθούν πάντοτε τις παραστάσεις της ψυχής. Κάθε μία απο αυτές τις δύο υποστάσεις ενεργεί αφ’ εαυτής και δι’ εαυτήν και καμία επιρ­ροή και επικοινωνία δεν υπάρχει μεταξύ τους. Ο Θεός όμως προβλέποντας εκείνο που η ψυχή ήθελε στον κόσμο κατά την θέση του σώματος, συμβίβασε το σώμα με την ψυχή τόσο, ώστε να υπάρχει μία αρμονία ακριβής και στάσιμος αναμεταξύ τους, στα παθήματα και τα εννοήματα της ψυχής και τις κινήσεις του σώματος. Ο Λεϊβνίτιος θεωρούσε ψυχή και σώμα ως δύο αυτόματα, ως δύο νευρόσπαστα, συγκροτημένα έτσι που να συναντώνται στις κινήσεις τους. Καθώς δύο εκκρεμή κατασκευασμένα κατ’ αρχάς με τόση τέχνη που στο εξής να περπατούν ομόφωνα ακριβέστατα. Και η άποψη αυτή ονομάσθηκε Προδιατεταγμένη Αρμονία. Για το ότι μεταξύ της ψυχής και του σώματος υπάρχει μια επιρροή, μια συμπάθεια, μια αμοιβαία ενέργεια, μια αντενέργεια, ο ορθός λόγος μας πείθει. Πλην μήτε τούτο το σύστημα μήτε εκείνο εξηγούν εντελώς τον τρόπο με τον οποίο το σώμα ενεργεί, επιρρέει πάνω στην ψυχή και η ψυχή πάλι αντενεργεί, αντεπιρρέει πάνω στο σώ­μα. Η ψυχή και το σώμα είναι δύο υποστάσεις εντελώς διαφορετικές και εμείς δεν γνωρίζουμε την ψυχή παρά από τις δυνάμεις της και αυτές πάλι δεν τις γνωρίζουμε παρά από τα αποτελέσματά τους. Αυτά τα αποτελέσματα φανερώνονται σε μας με τη μεσολάβηση του σώματος. Βλέπουμε την επιρροή της ψυχής πάνω στο σώμα και την επιρροή του σώματος πάνω στην ψυχή, όμως περαιτέρω δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, επειδή το κάλυμμα μένει πάνω στην ψυχή και δεν μπορούμε να καταλάβουμε εκείνο που είναι μια ιδέα, μια έννοια θεωρημένη στην ψυχή, μήτε πώς αυτή η ιδέα και η έννοια παράγονται εκεί. Ότι παράγονται είναι γεγονός και πασίδηλο. Το πώς γίνεται αυτό είναι άγνωστο και πάντα εικασίες θα κάμουν οι άνθρωποι. Το σύστημα των παλαιών και των νυν Φιλοσόφων είναι μία δόξα εις την οποίαν οδηγεί η πείρα και η παρατήρησις και ο ορθός λόγος. Το του Καρτεσίου και του Λεϊβνιτίου είναι δόξαι εις τας οποίας ήλθαν οδηγούμενοι από την επίνοιαν ή μάλον ειπείν, την φαντασίαν. Είναι υποθέσεις πάντη αθεμελίωτοι.

114-117