ΕπεξεργασίαEdit

Λεξικόν

αντλία πνευματική

μηχανή δια της οποίας εισαντλούμε (εισάγουμε) και εξαντλούμε (εξάγουμε) τον αέρα από ένα μέγα χάλκινο ή γυάλινο κώδωνα (καμπάνα), ο οποίος έχει στόμιο, που ανοίγει και κλείνει με τη βοήθεια κο­χλία, όταν τοποθετηθεί πάνω στην επιφάνεια της αντλίας. Και τότε, αφού κλειστεί η σφαίρα με το στόμιο, τη ζυγίζουμε πάνω στην πλάστιγα και έτσι προσδιορίζου­με τη βαρύτητα του αέρος, που εισαντλήθηκε ή εξαντλήθηκε.

113