ΕπεξεργασίαEdit

Λεξικόν

εληνική φιλοσοφία

η φιλοσοφία εγεννήθη εις την φιλτάτην ημών πατρίδα. Την αλήθεια αυτή βεβαιώνει όχι απλώς ο μύθος των Μουσών και του Απόλωνος ή ο λόγος του φιλοπάτριδος Ισοκράτους “Φιλοσοφίαν η πόλις ημών εγέννησε”, διότι οι αυτομαρτυρίες είναι ύποπτες και δεν δίνουν την απαιτούμενη ακρίβεια της αξιοπιστίας, αλά μας την επιμαρτυρούν οι ετερογενείς (οι μη Έλ­ληνες) γνήσιοι εραστές της φιλοσοφίας, στρέφοντας επιστατικότερα τον νου στη φύση των πραγμάτων. Ο Κάντιος στη Λογική του (σελ. 29, έκδ. 1800 εν Και-νιγσβέργ) αναφέρει ρητώς “Πρώτα από όλα τα έθνη άρχισαν να φιλοσοφούν οι Έληνες”. Και άλος Γερμανός φιλόσοφος πολυμαθής και κριτικός, ο Τενεμάννος (Ιστορία της Φιλοσοφίας, Τομ. Α´, στην αρχή της Εισαγωγής εις την Εληνικήν Φι-λοσοφίαν) βεβαιώνει την αυτή γνώμη. Όλοι σχεδόν οι σοφοί της Γερμανίας τα αυτά φρονούν για την αρχή της φιλοσοφίας. Εξετάζοντες την κατάσταση της εληνικής φιλοσοφίας από την αρχή της παρελθούσης εκατονταετηρίδος έως τα μέσα αυτής, ως νέα και πρόσφατη, που έφτασε σε μας από κάποια εκδιδόμενα βιβλία και από το στόμα των ευσεβών μας διδασκάλων, βρίσκουμε ότι και σε μας επικρατούσε η σχο­λαστική ή περιπατητική λεγόμενη φιλοσοφία, η οποία είχε μόλις προ ολίγου πάψει να βασιλεύει σε όλα τα σχολεία της Ευρώπης. Η μόνη διαφορά ανάμεσα σε μας και σε κείνους είναι ότι αυτοί βοηθούμενοι από εσωτερικές περιστάσεις έβγαιναν τρέχοντας από το σκότος της αμαθείας, εμείς εμποδιζόμενοι, μόλις αισθανόμαστε ότι υπάρχουν και άλα μαθήματα καταληλότερα στο λογικό του ανθρώπου. Υπο-μνηματιστές λοιπόν μεγάλοι και παχυλοί του Αριστοτέλη, οι οποίοι οδηγούσαν λίγο πριν την Ευρώπη στην παιδεία, κατείχαν και σε μας τη θέση των γνησίων φιλοσόφων και μία Λογική, που δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος, αναμεμιγμένη με θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα, διδασκόμενα για σειρές ετών, αποτελού­σαν την εγκυκλοπαιδεία των φιλοσοφικών επιστημών της εποχής εκείνης. Τέτοια είναι τα συγράμματα του Γεωργίου Κορεσίου Χίου, τα εις τον Αριστοτέλην υπο­μνήματα του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του εξ Απορρήτων, τα φιλοσοφήματα του Κορυδαλέως και των διδασκόντων στα δημόσια σχολεία Κωνσταντινουπόλε­ως και Βουκουρεστίων και Πάτμου. Σημαντική ήταν η συμβολή στα γράμματα γενικότερα της περιωνύμου πόλεως των Ιωαννίνων, όπου ο Μεθόδιος Ανθρακίτης έφερε —κατά το έτος 1718 από την Ιταλία— τις γεωμετρικές επιστήμες, ικανές να ανάψουν το φως του Λόγου και να διερεθίσουν επί πλέον την έμφυτη του ανθρώ­που φιλομάθεια. Αυτός και ο μαθητής και διάδοχός του Βαλάνος Βασιλόπουλος, δάσκαλοι της κοινής των Ιωαννίνων σχολής, δίδαξαν με την Αριστοτελική φιλο­σοφία κατά τα συγράμματα του Κορυδαλέως και τη Γεωμετρία του Ευκλείδου, την Αριθμητική και τη θεωρία των Σφαιρικών. Πολοί μαθητές τους, λόγω της τότε επικρατούσας εμπορικής σχέσης των Ιωαννίνων με τη Βενετία, μετέβαιναν στις Ιταλικές χώρες και αναπτερώνοντας τον έρωτα της μαθήσεως, συνεισέφεραν τα δυνατά προς διόρθωση της καταστάσεως μας, με συστάσεις τυπογραφιών, με εκδόσεις βιβλίων εληνικών και μεταφρασμένων από άλες γλώσσες και με κάθε είδος συνδρομή που υπαγόρευαν οι τότε χρόνοι. Στα Ιωάννινα συστήθηκε κατά το έτος 1750 μια δεύτερη σχολή, πλην εκείνης του Βαλάνου, που ονομάστηκε Μαρου-τσική χάρη σ’ αυτούς που κατέβαλαν τη δαπάνη και Ευγενιακή χάρη στον Ευγένιο Βούλγαρι που κατέβαλε τα σπέρματα της νεότερης διδασκαλίας και ο οποίος δίδαξε επίσης μετά στην Κοζάνη, πολίχνη της Μακεδονίας και στο Πατριαρχικό σχολείο της Κωνσταντινουπόλεως, αφήνοντας στο γένος Νέα Λογική, Νέα Μεταφυσική, Νέα Φυσική και πολούς από τους μαθητές του να διδάσκουν στα σχολεία της Ελ­λάδος. Ό,τι υπήρξε στην Αγλία ο Βάκων, ό,τι ενήργησε στη Γαλία ο Καρτέσιος και εφεξής στη Γερμανία ο Λεϊβνίτιος, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι όλα αυτά τα κατόρθωσε σε μας ο Ευγένιος. Αυτός εξόρισε τη σχολαστική ερεσχελία από τα σχολεία της Ελάδος και εισήγαγε τις μεταμεθοδεύσεις του Βάκωνος, του Λεϊβ-νιτίου, του Βολφίου και όσων εκοπίασαν στην κάθαρση των επιστημών και της φιλοσοφίας μέχρι την εποχή εκείνη. Οι έως τότε απεριπάτητοι περιπατητικοί μας έπαυσαν να κρατούν δεσμευμένο τον νου της νεολαίας στις θεωρίες ενός ανδρός, του Αριστοτέλους, και τούτου παραμορφωμένου από τους υπομνηματιστές, και άρχισαν να ερμηνεύουν αντί των λεγομένων Κορυδαλικών, τις θεωρήσεις των Νε­ωτέρων και τα Αρέσκοντα τοις Φιλοσόφοις. Τα έργα του Ευγενίου έκραζαν προς ημάς το Ευαγελικόν “Πορεύεσθαι προς τους πωλούντας και αγοράσατε” και αυτή τη φω­νή κάποιοι σαν τον Νικόλαο Ζερζούλη εκ Μετσόβου, την άκουσαν και μετάβησαν στις Ιταλικές χώρες για τα νεότερα μαθήματα της Πειραματικής Φυσικής και τη νεότερη Φιλοσοφία, διδάσκοντας στη συνέχεια τις νέες αυτές ιδέες σε πολά μέρη της Ελάδος και στο Ιάσιο. Καθώς εσωτερικές και εξωτερικές περιστάσεις άρχισαν από το έτος 1718 να συνδέουν στενότερα τους ομογενείς δι’ εμπορικών σχέσεων με το φωτισμένο μέρος της Ευρώπης, η επιμιξία με σοφούς άνδρες της Ευρώπης και η ευτυχής πρόοδος στις εμπορικές επιχειρήσεις συντέλεσαν ώστε τους πραγματευτές των υλικών φορτίων να ακολουθήσουν πραγματευτές που έμελε να μεταφέρουν στην πατρίδα τα αθάνατα αγώγιμα, την προγονική μας σοφία. Σημαντική ήταν στο έργο αυτό και η συμβολή των ευεργετών, όπως οι Ζωσιμάδες, οι Καπλάνες, με τις εισφορές των οποίων ανακαινίσθηκαν τα σχολεία των Ιωαννίνων, της Χίου, των Βουκουρεστίων. Στο χρονικό αυτό διάστημα η μεγαλύτερη πλειοψηφία των δασκάλων μας, όπως οι Σελεπής, Βαρδαλάχος, Βενιαμίν, Δούγκας, περιορίστηκε στις Μαθηματικές επιστήμες και την Πειραματική Φυσική, στα έργα των οποίων θα πρέπει να προστεθούν και σημαντικές μεταφράσεις επιστημονικών έργων από την Ευρώπη.

δ´ -ιδ´