῾Η Σιβιτανίδειος Σχολὴ τῶν Τεχνῶν καὶ τῶν ᾿Επαγγελμάτων τὴν περίοδο τοῦ μεσοπολέμου

Διαπανεπιστημιακ Μεταπτυχιακ Πρόγραμμα Ιστορίας κα Φιλοσοφίας τῶν ᾿Επιστημῶν κα τῆς Τεχνολογίας

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ Μ.Ι.Θ.Ε.

ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΕΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

ΤΜΗΜΑ Ε.Μ.ΦΕ.

Μεταπτυχιακ ᾿Εργασία Διπλώματος

 

ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ:

῾Η Σιβιτανίδειος Σχολὴ τῶν Τεχνῶν καὶ τῶν ᾿Επαγγελμάτων τὴν περίοδο το μεσοπολέμου

 

 

 

᾿Επιβλέπων καθηγητὴς: Μιχάλης ᾿Ασημακόπουλος

᾿Αλέξανδρος ᾿Αγγελάκης

2004

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το αντικείμενο της παρούσης εργασίας είναι η ιστορία της Σιβιτανιδείου Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων[1] κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου, και η ανάλυση των ιστορικών στοιχείων τα οποία οδήγησαν στην ανάγκη δημιουργίας της συ­γκεκριμένης σχολής.

Για την πληρέστερη προσέγγιση του θέματος, το πρώτο κεφάλαιο αναφέ­ρεται στην ιστορία της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα από το 1831 μέχρι τον μεσοπόλεμο, στις προσπάθειες αλλαγής της εκπαιδευτικής πολι­τικής και της στροφής της προς την τεχνική εκπαίδευση σε συνάρτηση με τις πολιτικές αλλαγές και τις κοινωνικές ανάγκες, και στην ανάλυση των ιδεολο­γημάτων τα οποία εγκλώβιζαν την ελληνική κοινωνία σε σχέση με τα τεχνικά επαγγέλματα.

Το δεύτερο κεφάλαιο, που αποτελεί και το κυρίως θέμα της εργασίας, αναφέρεται στο κληροδότημα Σιβιτανίδη και στην Σιβιτανίδειο Σχολή (Σ.Σ.Τ.Ε.) κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου. Παρουσιάζονται αναλυτικά το ιστορικό ίδρυσης της Σ.Σ.Τ.Ε., τα σχολεία που περιλάμβανε, το πρόγραμμα σπουδών, η κοινω­νική καταγωγή των μαθητών και του διδα­κτικού προσωπικού, καθώς και η πορεία εξέλιξης της Σ.Σ.Τ.Ε. σε συνάρτηση με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές και συγκυρίες.

Η βιβλιογραφία του δεύτερου κεφαλαίου βασίζεται σε πρωτογενές υλικό που περιλαμβάνει τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής της Σ.Σ.Τ.Ε., τους εκδοθέντες οργανισμούς της Σ.Σ.Τ.Ε., το “σχεδίασμα[2]” του διευθυντή της Σ.Σ.Τ.Ε. Ανάργυρου Ηλιάδη, το φυλλάδιο «ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΕΙΟΣ: Δημόσια Σχολή Τεχνών & Επαγγελμάτων 1935», και εγκυκλίους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως που αφορούν την Σ.Σ.Τ.Ε. Η βιβλιογραφία περιλαμβάνει ακόμα επιλεγμένη αρθρο­γραφία εφημερίδων και περιοδικών της εποχής, καθώς επίσης βιβλία και έντυπα με σχετικές αναφορές στο συγκεκριμένο θέμα.

Στο τρίτο κεφάλαιο ολοκληρώνεται η εικόνα της πορείας της Σ.Σ.Τ.Ε. με την καταγραφή των απόψεων πολιτικών προσώπων της εποχής, και εκπροσώ­πων διαφόρων κοινωνικών τάξεων.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω για την βοήθειά τους στην ολοκλήρωση αυτής της εργασίας τον επιβλέποντα καθηγητή μου Μιχάλη Ασημακόπουλο, την διεύθυνση της Σιβιτανιδείου Σχολής που μου επέτρεψε την ελεύθερη πρόσβαση στα αρχεία της, τους συναδέλφους μου Μαρία Τσοκανά και Γιάννη Αντωνίου καθώς και όλους τους φίλους και συναδέλφους που με βοήθησαν με τις παρατηρήσεις, τα σχόλια και τις κριτικές τους.

Αθήνα, Μάρτιος 2004
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

I. Η τεχνική εκπαίδευση στην Ελλάδα. 6

Η προσφορά του Καποδίστρια στην τεχνική εκπαίδευση. 6

Το “Πολυτεχνείο”. 7

Η Ακαδημία Ρουσόπουλου και η αντιπαράθεση με το Πολυτεχνείο. 9

Το αδιαβάθμητο των σπουδών των τεχνικών σχολείων και η έκθεση Γκίνη. 10

Η τεχνική εκπαίδευση και ο κλασικισμός. 12

Η τεχνική εκπαίδευση σαν συνάρτηση της βιομηχανικής ανάπτυξης και της αστικοποίησης της κοινωνίας. 14

II. Η ίδρυση της Σιβιτανιδείου Σχολής και η ιστορία της μέχρι το 1940. 19

Περίοδος πρώτη: Η οργάνωση της Σ.Σ.Τ.Ε. 23

Η απαξίωση της χειρωνακτικής εργασίας. 24

Συγκρότηση Διοικητικού Συμβουλίου και μετατροπή της Σιβιτανιδείου σε νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. 24

Αγορά οικοπέδου για την στέγαση των δραστηριοτήτων της Σχολής. 25

Οι αρχιτέκτονες Αν. Μεταξάς και Εμμ. Κριεζής προτείνονται για την ανάληψη του έργου ανοικοδόμησης των κτιρίων της Σχολής. 26

Έγκριση οργανισμού Σχολής. 26

Ενοικίαση εργοστασίου για την κάλυψη των αναγκών της Σχολής. 27

Ίδρυση Σχολείου Διακοσμητικών Επαγγελμάτων. 28

Σύσταση Σχολείου Μηχανουργικών Επαγγελμάτων & Ηλεκτροτεχνίας, και Δομικών Επαγγελμάτων & Επιπλοποιίας. 29

Σύσταση Σχολείου Δομικών Επαγγελμάτων και Επιπλοποιίας. 29

Πρόσληψη διδακτικού προσωπικού. 31

Προκήρυξη εγγραφής μαθητών και όροι φοίτησης. 32

Απολογισμός έργου του Δ.Σ.: η περίοδος αδράνειας και η περίοδος δράσης. 33

Δημιουργία σχολείων με βιομηχανικό και βιοτεχνικό προσανατολισμό. 34

Έναρξη έργου ανοικοδόμησης του ιδιόκτητου κτιρίου της Σ.Σ.Τ.Ε. 34

Η Σ.Σ.Τ.Ε. αναλαμβάνει εργολαβίες στον Ιδιωτικό και Δημόσιο τομέα. 34

Ανάθεση επίβλεψης ανέγερσης κτιρίου της Σ.Σ.Τ.Ε. στον Γ. Μπίρη. 35

Η Αμερικανική Περίθαλψη Εγγύς Ανατολής δωρίζει τις εγκαταστάσεις της, τις ευρισκόμενες στην Σύρο. 35

Η εκποίηση Αιγυπτιακών χρεογράφων και η οικονομική κρίση. 36

Σύσταση τμήματος Μεταλλοπλαστικής -Χαρακτικής. 37

Διάρρηξη σύμβασης με την Αμερικανική Περίθαλψη Εγγύς Ανατολής. 37

Η μεγάλη προσέλευση μαθητών κατά το σχολικό έτος 1931-32 και η οικονομική κρίση. 38

Το σχολικό έτος 1932-33 και το ξένο διδακτικό προσωπικό. 40

Η Σ.Σ.Τ.Ε. παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτικές εταιρείες. 42

Η οργάνωση της Σ.Σ.Τ.Ε και το πρόγραμμα διδασκαλίας και εξετάσεων το σχολικό έτος 32-33. 43

Απολογισμός πρώτης περιόδου(16/6/1933) 46

Περίοδος δεύτερη: 1933-36. 51

Το σχολικό έτος 1933-34. 52

Η πτωχή κρατική αρωγή και ο επιχειρησιακός χαρακτήρας της Σ.Σ.Τ.Ε. 53

Η άδεια εξάσκησης επαγγέλματος των τεχνιτών της Σ.Σ.Τ.Ε. 54

Ο νέος οργανισμός του 1935. 55

Η υπαγωγή της Σ.Σ.Τ.Ε. στο υπουργείο Εργασίας και άλλα προβλήματα. 56

Η μορφή της Σ.Σ.Τ.Ε. το 1935. 58

Μορφή και σκοπός της Σ.Σ.Τ.Ε. 60

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Σ.Σ.Τ.Ε. 63

Αλλαγή προσανατολισμού της Σ.Σ.Τ.Ε. 64

Απολογισμός δεύτερης περιόδου(15/7/1936) 65

Περίοδος τρίτη: 1936-1941. 67

Η μεταξική δικτατορία. 68

Τα οικονομικά προβλήματα και το υπουργείο Αεροπορίας. 68

Κατάργηση του τμήματος διακοσμητικών επαγγελμάτων και άλλες αλλαγές. 70

Αλλαγές στο προσωπικό της Σχολής. 74

Οικονομική διαχείριση. 74

Η περίοδος 1939-40. 75

Η γερμανική κατοχή. 76

Μεταπολεμική περίοδος. 76

III. Οι απόψεις της εποχής για την τεχνική εκπαίδευση και την Σιβιτανίδειο Σχολή. 79

Οι απόψεις του Ελευθέριου Βενιζέλου. 79

Ανάγκη της νεολαίας να στραφεί προς τα πρακτικά επαγγέλματα. 79

Επιβάλλεται να τραπούν οι νέοι προς το πρακτικά επαγγέλματα . 81

Ή τεχνική εκπαίδευση. 81

Επαγγελματική εκπαίδευση. 82

Οι απόψεις του Γληνού για το εκπαιδευτικό σύστημα και την κλασική εκπαίδευση. 82

Το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο και η σχέση του με την Σιβιτανίδειο Σχολή. 84

Άρθρα και σχόλια από το περιοδικό «ΕΡΓΑ» του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. 85

Οι φιλεύσπλαχνοι “εργοδόται” και οι απείθαρχοι εργάτες. 87

Η εργασία ως συνεργάτιδα του κεφαλαίου. 87

Η Σιβιτανίδειος ως νέος ναός εργασίας. 92

Το δεύτερον έτος της Σιβιτανιδείου Σχολής. 92

Η Σιβιτανίδειος συμμετέχει στο εκπαιδευτικό συμβούλιο. 93

Συμπέρασμα.. 94

Βιβλιογραφία.. 97


I. Η τεχνική εκπαίδευση στην Ελλάδα.

Η προσφορά του Καποδίστρια στην τεχνική εκπαίδευση.

Οι πρώτες απόπειρες για την ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα χρονολογούνται από την εποχή της συγκρότησής της ως ελεύθερου έθνους. Ο εθνικός κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας διαπιστώνει πρώτος την ανάγκη μιας οργανωμένης τεχνικής εκπαίδευσης η οποία θα προμήθευε στο νεοσύστατο κράτος ειδικευμένους τεχνίτες και οικοδόμους για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πρώτων δημόσιων αρχών, καθώς και του αυξημένου αριθμού των κατοίκων που είχαν ήδη αρχίσει να εισρέουν στις μεγάλες πόλεις, κυρίως στο Ναύπλιο και στην Αθήνα.

Για την αντιμετώπιση αυτών των αναγκών ο Καποδίστριας ιδρύει το 1828 στο Εθνικό Ορφανοτροφείο της Αίγινας το πρώτο τεχνικό σχολείο, στο οποίο διδάσκονται οικοδομικές τέχνες, κοπτική-ραπτική, βιβλιοδετική και ξυλουργική. Στο σχολείο αυτό μάλιστα «τοὺς ἢδη προηγμένους νέους τοῦ Ὀρφανοτροφείου, ὅσοι ἔχουν κλίσιν καὶ εὐφυίαν εἰς τὰς τέχνας[3]» διδάσκουν οι φημισμένοι αρχιτέκτονες Σταμάτιος Κλεάνθης και Εδουάρδος Σάουμπερτ

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ο Καποδίστριας ιδρύει τη Μέση Τεχνική Στρατιωτική Σχολή, με τριετή διάρκεια φοίτησης κατά την οποία διδάσκονται θέματα στρατιωτικής φύσεως και παρέχονται τεχνικές σπουδές μέσου επιπέδου. Το 1834 η Σχολή αυτή θα αναδιοργανωθεί και θα μετεξελιχθεί στην Ανώτερη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, παρέχοντας στους αποφοίτους της το δικαίωμα , αν δεν ακολουθήσουν το στρατιωτικό επάγγελμα, να εργάζονται ως μηχανικοί γεφυρών, δρόμων, κτιρίων κλπ.

Το 1829 ιδρύεται επίσης το Πρότυπο Αγροκήπιο Τίρυνθας με διευθυντή τον γεωπόνο και φιλόλογο Γρηγόριο Παλαιολόγο, το οποίο θεωρείται η πρώτη προσπάθεια στον τομέα της αγροτικής εκπαίδευσης, καθώς παρέχει στους μαθητές του γνώσεις πρακτικής γεωπονικής[4]. Η προσπάθεια αυτή δεν ευοδώθηκε και το σχολείο κλείνει το 1838 για να ξανανοίξει μετά από πιέσεις το 1846[5], και να λειτουργήσει πλημμελώς μέχρι το 1879 οπότε και καταργείται.

Το “Πολυτεχνείο”.

Το 1834 με βάση το διάταγμα της 10/20 Μαΐου 1834 «περὶ ἐπιστημονικῶν καὶ τεχνολογικῶν συλλογῶν, περὶ ἀνακαλύψεως καὶ διατηρήσεως τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τῆς χρήσεως αὐτῶν» ορίζεται ότι «εἰς τὰς Ἀθήνας, τήν καθέδραν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Ἀκαδημίας τῶν ἐπιστημῶν, τῆς τῶν ὡραίων τεχνῶν καὶ τοῦ πανδιδακτηρίου θέλουν ἐγερθῇ τὰ ἑξῆς κεντρικὰ καταστήματα ... ν) συλλογὴ πολυτεχνικὴ...[6]». Η συλλογή αυτή γίνεται ο πυρήνας του πρώτου κατώτερου τεχνικού σχολείου της χώρας, του επονομαζόμενου «Κυριακάτικου Σχολείου, το οποίο ιδρύεται το 1836 (διάταγμα 31/12/1836) και αποτελεί τον πρόδρομο του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου. Στο διάταγμα ίδρυσης του “Κυριακάτικου Σχολείου” αναφέρεται ότι «1) Θέλει συστηθῆ τώρα πλέον ἐν Ἀθήναις Σχολεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θέλουν διδάσκεσθαι τὴν Κυριακὴν καὶ τὰς Ἑορτὰς, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ μορφωθῶσιν ὡς ἀρχιτεχνῖται (μαΐστορες), εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν, 2) Ἡ διδασκαλία γενομένη δωρεὰν... θέλει συνίστασθαι εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῶν γνώσεων τὰς οποίας οἱ μαθητευόμενοι ἀπέκτησαν ἤδη σὲ σχολεῖα, διὰ τῆς λύσεως προβλημάτων, εἰς τὴν ὁδηγίαν νὰ σχεδιάζωσιν μὲ γραμμὰς ἁπλὰς οἰκοδομὰς καὶ στήλας, εἰς τὴν κατωτέραν ἀριθμητικὴν μέχρι τῆς ἐξαγωγῆς τῆς τετραγωνικῆς καὶ κυβικῆς ρίζης, εἰς τὴν γεωμετρὶαν... περισσότερον εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν τεχνολογὶαν, τὴν περὶ οἰκοδομῆς διδασκαλίαν, εἰς τὴν φυσικὴν ἱστορίαν καὶ τὴν φυσικὴν καὶ χημείαν, καθ’ ὅσον αὕτη δηλ. ἐφαρμόζεται εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν τέχνην».

Το κατώτερο αυτό τεχνικό σχολείο αρχίζει να λειτουργεί τον Οκτώβριο του 1837, ενώ τον Φεβρουάριο 1838 αποκτά εσωτερικό κανονισμό σύμφωνα με τον οποίο η παρακολούθηση των παραδόσεων γίνεται υποχρεωτική. Η φοίτηση διαρκεί ένα χρόνο, στους αποφοίτους χορηγείται ειδικός τίτλος σπουδών ονομαζόμενος “᾿Αποδεικτικόν”, ενώ σαν μαθητές γίνονται δεκτοί όλοι όσοι θέλουν να γίνουν αρχιτεχνίτες (μαστορες) στην αρχιτεκτονική ανεξάρτητα από ηλικία, γνώσεις ή καταγωγή.

Το 1843 μετά την επανάσταση της 3 Σεπτεμβρίου, απολύεται ο διευθυντής του σχολείου Φρ. Τσέντνερ και όλοι οι αλλοδαποί διδάσκοντες, ενώ με το διάταγμα της 22 Οκτωβρίου 1843 το σχολείο διαιρείται σε τρία τμήματα: στο “Κυριακόν” τμήμα, το οποίο είναι το παλιό Κυριακάτικο Σχολείο για «τὴν τελειοποίησιν τῶν ἐπαγγελομένων διαφόρους τέχνας», το “Καθημερινόν” για να «διδάσκονται μεθοδικῶς παῖδες προωρισμένοι εἰς τὰς βιομηχανικὰς τέχνας», και το “Σχολείον Ανώτερον” δια «τὴν καθημερινὴν διδασκαλίαν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν» το οποίο αποτελεί τον πρόδρομο της σημερινής Σχολής Καλών Τεχνών.

Με αυτήν την μεταβολή το “Κυριακάτικο Σχολείο” για “μαΐστορες” από ισότιμο του δημοτικού σχολείου προάγεται σε σχολείο μέσης τεχνικής εκπαίδευσης, ονομάζεται “Σχολείο των Τεχνών”, λειτουργεί σε καθημερινή βάση και χωρίζεται σε τρία τμήματα:

1.Στο «Κυριακὸν Σχολεῖον» με μονοετή διάρκεια σπουδών κατά την οποία διδάσκονται ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, γραμματική, ιχνογραφία και κοσμηματογραφία, χημεία των τεχνών, εξήγηση των χρησιμοτέρων μηχανών, και εξήγηση των οικοδομικών μερών. 2. Στο «Καθημερινὸν Σχολεῖον» με τριετή διάρκεια σπουδών κατά την οποία διδάσκονται στοιχειώδη μαθηματικά και τριγωνομετρία, αρχές στατικής και θεωρητικής και πρακτικής μηχανικής, περιγραφική γεωμετρία και εφαρμογή αυτής, αρχιτεκτονική και οικοδομική, πρακτική γεωμετρία, φυσική και χημεία. 3. Στο «Καλλιτεχνικὸν Σχολεῖον» με πενταετή διάρκεια σπουδών κατά την οποία διδάσκονται ζωγραφική, προοπτική και σκηνογραφία, πλαστική και σκηνογραφία, πλαστική, ξυλογραφία και χαλκογραφία, λιθογραφία, ανατομία, ιστορία της καλλιτεχνίας και μυθολογία.

Η εισαγωγή στα δύο τελευταία Σχολεία προϋποθέτει απολυτήριο Ελληνικού Σχολείου ενώ στο «Κυριακὸν Σχολεῖον» αρκεί η γνώση ανάγνωσης και γραφής.

Την περίοδο 1860-63 οικοδομείται το κτίριο το οποίο μέχρι σήμερα στεγάζει το Πολυτεχνείο «δαπάναις τῶν ν ᾿Αλεξανδρεία Μετσοβιτῶν», οι οποίοι χαρακτηρίζονται για την προτίμηση τους προς το Πολυτεχνείο[7] αντί για το Πανεπιστήμιο της Αθήνας, που συγκεντρώνει την εύνοια των μεγαλεμπόρων της ελληνικής διασποράς.

Το σχολείο των Τεχνών λειτουργεί με αυτήν την μορφή μέχρι το 1863 οπότε, με το θέσπισμα της 26 Αυγούστου 1863 «περὶ νέου διοργανισμοῦ καὶ διευθύνσεως τοῦ Σχολείου τῶν Τεχνῶν», προάγεται σε σχολείο ανώτερης στάθμης αφού του αναγνωρίζεται η αποστολή «θεωρητικής μορφώσεως», και διευρύνει την εκπαιδευτική του αρμοδιότητα και προς άλλα τεχνικά επαγγέλματα με « τὴν πρακτικὴν καὶ θεωρητικὴν μόρφωσιν τεχνιτῶν καὶ ἐργοστασιαρχῶν εἰς τὰς ἀναγκαιοτέρας τέχνας, οἷον τὴν οἰκοδομικὴν, τὴν σιδηρουργίαν, τὴν λεπτουργικὴν, τὴν ζωγραφικὴν, τὴν γλυπτικὴν, τὴν κεραμοποιΐαν, τὴν βυρσοδεψικὴν, τὴν σαπωνοποιΐαν».

Το 1867 το “Καθημερινό Σχολείο” μετονομάζεται σε “Βιοτεχνική Σχολή” με τρία τμήματα: την Αρχιτεκτονική με τετραετή φοίτηση, και την Χωρομετρία και Μηχανουργία με πενταετή φοίτηση. Εμπλουτίζεται με μηχανήματα και άλλα μέσα διδασκαλίας και το 1873 μετονομάζεται σε “Μετσόβειο Πολυτεχνείο” εις εκτέλεσιν της επιθυμίας του μεγάλου του ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ.

Σταθμό στην αναβάθμιση του Πολυτεχνείου αποτελεί η μεταρρύθμιση του 1887 (ν. ΑΦΜΑ/1887 και το εκτελεστικό διάταγμα της 4-7/-1887). Με την νέα αυτή οργάνωση το ίδρυμα μετονομάζεται σε «Σχολεῖο Βιομηχάνων Τεχνῶν» και διαρθρώνεται σε τρεις Σχολές: α)Πολιτικών Μηχανικών, β) Μηχανουργών και γ) Γεωμετρών και Εργοδηγών. Στο χρονικό διάστημα μέχρι το 1914 βελτιώνεται σημαντικά το πρόγραμμα σπουδών, η οργάνωση και η λειτουργία του, ενώ το 1910 με την ανεξαρτητοποίηση του Σχολείου Καλών Τεχνών (στο οποίο προσαρτάται το Κυριακό Σχολείο), (νόμος ΓΧΙΑ/17/2/1910), ωριμάζουν οι συνθήκες για την προαγωγή του σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα[8] το οποίο το 1917 αποκτά την νομική μορφή[9] που έχει μέχρι σήμερα.

Η Ακαδημία Ρουσόπουλου και η αντιπαράθεση με το Πολυτεχνείο.

Στην ανωτατοποίηση του Πολυτεχνείου συντελεί και το γεγονός της αντιπαλότητας του Πολυτεχνείου με την Ακαδημία Ρουσόπουλου (“Εμπορική και Βιομηχανική Ακαδημία”), η οποία ιδρύθηκε το 1894 στον Πειραιά από τον χημικό Όθωνα Ρουσόπουλο και τον φυσικό Ιωάννη Γεράκη με την οικονομική ενίσχυση του γνωστού βιομηχάνου και δημάρχου Πειραιά Θεόδωρου Ρετσίνα, σαν «ἰδιωτικὸν ἵδρυμα ἀνωτέρας τεχνικοεπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως» σύμφωνα με το καταστατικό της, και με σκοπό «τὴν θεωρητικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ πρακτικὴν ἐξάσκησιν τῶν βιομηχάνων καὶ χημικῶν βιομηχάνων». Η Ακαδημία Ρουσόπουλου η οποία θεωρείται η μακροβιότερη[10] και σημαντικότερη ιδιωτική σχολή επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Αττική, μεταφέρεται το 1896 στην Αθήνα και λειτουργεί κατ’ αρχήν με τρεις σχολές: Την σχολή Χημικών Βιομηχάνων με τμήματα Ζυμοτεχνών, Ελαιουργών και Ζωοτεχνών, την Εμπορική Σχολή και την Γεωργική Σχολή.

Το 1905 ο διευθυντής της Ακαδημίας Όθων Ρουσόπουλος επιτυγχάνει την αναγνώριση της Σχολής από την ιταλική κυβέρνηση ως ισότιμης με τα τεχνικά Σχολεία της Ιταλίας. Μετά την αναγνώριση αυτή, η Σχολή επιδιώκει και επιτυγχάνει την αναγνώριση της από την ελληνική κυβέρνηση[11] ως Σχολή ανώτερης τεχνικής εκπαίδευσης, δηλαδή ως ισότιμη με το Σχολείο των Βιομηχάνων Τεχνών του Πολυτεχνείου.

Το γεγονός αυτό προκαλεί οξύτατες αντιδράσεις των φοιτητών και των καθηγητών του Πολυτεχνείου και της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου,[12] οι οποίες έχουν σαν αποτέλεσμα την ανάκληση της απόφασης για την ισοτιμία των δύο Σχολών, και τη δρομολόγηση της ανωτατοποίησης του Πολυτεχνείου.

Το αδιαβάθμητο των σπουδών των τεχνικών σχολείων και η έκθεση Γκίνη

Το 1912 ο διευθυντής του Πολυτεχνείου Α. Γκίνης εκδίδει το φυλλάδιο «Τ το Σχολείου Βιομηχάνων Τεχνῶν» στο οποίο εκθέτει τις απόψεις του για την ανάπτυξη και προαγωγή του Πολυτεχνείου σε ίδρυμα πανεπιστημιακής στάθμης, καθώς επίσης για την κατώτερη και μέση τεχνική εκπαίδευση και για τις ιδιωτικές σχολές. Εξιστορεί εν συντομία την εξέλιξη του Πολυτεχνείου και την κατάσταση άλλων τεχνικών σχολών ιδιωτικού χαρακτήρα που λειτουργούν στην Αθήνα και στον Πειραιά, και αφού επισημαίνει την ανεπάρκεια τους έναντι των αξιώσεων της Πολιτείας, εισηγείται ένα γενικό πλαίσιο αναδιοργάνωσης της τεχνικής εκπαίδευσης. Αναφερόμενος στην Ακαδημία Ρουσόπουλου και στις εσπερινές σχολές του Πειραιά “Προμηθεύς” και “Σχολή Πειραϊκού Συνδέσμου”, τονίζει ότι οι σχολές αυτές δεν ελέγχονται από το κράτος όσον αφορά το πρόγραμμα σπουδών και την αξιολόγηση των διδασκόντων, και καταλήγει στη διαπίστωση ότι είναι αδιαβάθμητες.

Η κατάσταση αυτή στην τεχνική εκπαίδευση είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν διαπιστώθηκε η επιτακτική ανάγκη για μόρφωση εξειδικευμένων εργατών στα αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στον Πειραιά. Δημιουργείται τότε ένας μεγάλος αριθμός τεχνικών σχολείων που ιδρύονται σαν παραρτήματα εργοστασίων ή συλλόγων, στα οποία οι νέοι μαθητευόμενοι εργάζονται χωρίς αμοιβή και εκπαιδεύονται ως πρακτικοί μηχανικοί ή υφαντουργοί.

Στην έκθεση του ο Γκίνης ασκεί κριτική στην δημιουργηθείσα κατάσταση, επισημαίνοντας ότι το εκπαιδευτικό σύστημα της τεχνικής εκπαίδευσης δεν είναι ιεραρχημένο, είναι ανεπαρκές και χαρακτηρίζεται από θεσμική ασάφεια, και τονίζοντας ότι η απουσία κρατικής μέριμνας στο θέμα της τεχνικής εκπαίδευσης επιτρέπει στους ιδιώτες να δραστηριοποιούνται ανεξέλεγκτα και ανταγωνιστικά προς τους δημόσιους τεχνικούς εκπαιδευτικούς θεσμούς. Για τους λόγους αυτούς εισηγείται τον κρατικό έλεγχο της ιδιωτικής τεχνικής εκπαίδευσης, την ιεράρχηση του επιπέδου σπουδών, την υπαγωγή της ανώτατης εκπαίδευσης αποκλειστικά στα κρατικά σχολεία ( υπονοώντας το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο), την πλήρη επαγγελματική κατοχύρωση των διπλωματούχων του Πολυτεχνείου και την εγγυημένη ιεραρχική κατάταξή τους στις ανώτερες βαθμίδες των διοικητικών και τεχνικών υπηρεσιών του κράτους με ταυτόχρονο αποκλεισμό απ’ αυτές των αποφοίτων ιδιωτικών ή δημόσιων σχολών κατώτερης βαθμίδας.

Εισηγείται επίσης την δημιουργία ενός κρατικού θεσμικού οργανισμού ο οποίος θα εγγυάται την τήρηση της εκπαιδευτικής ιεραρχίας και θα κατοχυρώνει τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων.

Πίνακας σχολείων τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης μέχρι τον μεσοπόλεμο.

1834

ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

Η Πολυτεχνική Συλλογή, που αργότερα ονομάστηκε Κυριακό Σχολείο, είναι ο πρόδρομος του Πολυτεχνείου.

1870-1880

ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΕΡΓΑΤΩΝ

Δημιουργία πολλών σχολών την δεκαετία 1870-80 στον Πειραιά, από μη κερδοσκοπικούς συλλόγους, από τον Δήμο και από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες βιομηχανικών εργοστασίων.

1878

ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ ΕΛΕΝΗΣ ΝΙΚΗΤΑ ΖΑΝΝΗ

Εκπαιδεύει στον Πειραιά μαθητές 10-20 ετών σε εργαστήρια ξυλουργείου, σιδηρουργείου, ραφείου, υποδηματοποιείου[13]. Αναφέρεται δειγματικά σαν ένα από τα πολλά ορφανοτροφεία που προσέφεραν τεχνική εκπαίδευση στα ορφανά παιδιά.

1892

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Δραστηριοποιείται στην Αθήνα για την μόρφωση τεχνιτών – ξυλουργών, σιδηρουργών, επιπλοποιών, μηχανουργών. Το 1919 ιδρύει την Διπλάρειο κατώτερη τεχνική σχολή.

1894

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΥ

Η σημαντικότερη ιδιωτική σχολή ανώτερου επιπέδου σπουδών. Λειτούργησε μέχρι το 1922.

1894

ΠΕΙΡΑΪΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

(Σωματείο του Πειραιά)

Ίδρυσε μηχανουργική σχολή και νυκτερινό σχολείο,στη12ετή διάρκεια του οποίου(1895-1907) φοίτησαν 7.987 μαθητές.

 

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Εσπερινή σχολή τετραετούς φοίτησης υπό την προστασία του Μηχανουργικού Συλλόγου

1909

ΣΕΒΑΣΤΟΠΟΥΛΕΙΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

(Αμπελόκηποι)

Εισάγονται μαθητές που έχουν απολυτήριο δημοτικού για να εκπαιδευτούν σε ξυλουργικές και μηχανουργικές εργασίες κλπ.

1914

ΠΡΟΣΗΡΤΗΜΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

(του Πολυτεχνείου)

Σχολεία διετούς φοίτησης όπου γίνονται δεκτοί μετά από εισαγωγικές εξετάσεις, μαθητές απόφοιτοι της δευτέρας τάξης των Γυμνασίων

Η τεχνική εκπαίδευση και ο κλασικισμός.

Η έκθεση Γκίνη είναι προϊόν μιας εποχής κατά την οποία εντείνεται η αντιπαράθεση ανάμεσα στην κλασική και την τεχνική παιδεία.

Η τάση για κλασική παιδεία στην Ελλάδα κυριαρχεί καθ’ όλο τον 19ο αιώνα.

Στο γεγονός αυτό συντελούν αφ’ ενός ο βαυαρικός νεο-κλασικισμός, σε συνδυασμό με το κυρίαρχο φαναριώτικο πνεύμα που απαξίωνε τη χειρωνακτική εργασία ευνοώντας την αριστοκρατική παιδεία, και αφ’ ετέρου η ανάγκη του νεοσύστατου κράτους να εμφανισθεί ως συνεχιστής του ένδοξου αρχαιοελληνικού παρελθόντος του.

Η χρήση της καθαρεύουσας γίνεται το εργαλείο το οποίο θα συνδέσει το νέο έθνος με την κλασική κληρονομιά του, ενώ η εκπαίδευση προσανατολίζεται μονοσήμαντα στην μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού σε βάρος της τεχνικής και επαγγελματικής κατάρτισης.

Οι πρώτες αντιδράσεις στον κλασικιστικό προσανατολισμό της εκπαίδευσης εκφράζονται το 1853 από τον καθηγητή της Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Ιωάννη Σούτσο, ο οποίος επισημαίνει ότι η θεωρία είναι αλληλένδετη με την πράξη, ότι η βάση της βιομηχανικής προόδου είναι η επιστημονική εκπαίδευση, και ότι «ἡ ἐπιτηδειότης τῶν ἐργατῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν γνώσεων αὐτῶν καὶ ἐκ τῆς ἀσκήσεως αὐτῶν εἰς βιομηχανικὰ ἔργα... ἡ πολιτεία δύναται να συνεργήσῃ, καθιδρύουσα εἰδικὰ σχολεία, γεωργικῆς, δασονομικῆς, μεταλλευτικῆς, ἀρχιτεκτονικῆς, ναυτικῆς καὶ ἐμπορικῆς[14]».

Εμφορούμενος από το ίδιο πνεύμα, ο υπουργός Δημόσιας Εκπαιδεύσεως Χ. Χριστόπουλος αναφέρει το 1857 ότι τα ελληνικά σχολεία και γυμνάσια αποβλέπουν κυρίως στην σπουδή των αρχαίων γλωσσών ενώ «εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἐξ ἀρχῆς νέα πρακτικὴ τάσις εἰς τινα τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων ἢ κάλλιον, νὰ μετασχηματισθῶσι τινὰ ἐξ αὐτῶν εἰς προτεχνολογικὰ... ἄτινα θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν εἰδικῶν τῆς γεωργίας, τῶν τεχνῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου ἐκπαιδευτηρίων[15]».

Οι απόψεις αυτές, αν και αρχικά μειοψηφικές, πληθαίνουν στο τέλος του 19ου αιώνα καθώς την εποχή χαρακτηρίζει η μαζική μετάβαση από την μικρή αγροτιά στην μικρή αστική τάξη των πόλεων[16]. Η εισροή ξένου κεφαλαίου την δεκαετία του 1870, οι πρώτες βιομηχανικές επενδύσεις και οι νέες οδικές αρτηρίες που δημιουργούνται με την σιδηροδρομική επέκταση, μετασχηματίζουν και αστικοποιούν την αγροτική ελληνική κοινωνία. Οι νέες συνθήκες απαιτούν εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, γεγονός το οποίο οδηγεί στην δημιουργία των πρώτων στοιχειωδών τεχνικών και επαγγελματικών σχολείων. Παρόλα αυτά «τὸ κύμα τοῦ κλασσικισμοῦ τὸ κατακλύσαν τὴν χώραν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναχαιτίσῃ ἡ ἵδρυσις τόσον τοῦ Ἐθνικοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου διὰ τὴν παροχὴν Ἀνώτατης Ἐκπαιδεύσεως, ὅσον καὶ ἡ λειτουργία εὐαρίθμων εἰδικῶν σχολείων πρακτικῆς μορφώσεως[17]».

Στο τέλος του 19ου αι. η ίδια η κοινωνία απαιτεί πλέον την εισαγωγή της τεχνικής εκπαίδευσης στα σχολεία, καθώς όμως το κράτος δεν ανταποκρίνεται στο αίτημά της, οι πρώτες τεχνικές σχολές δημιουργούνται από ιδιώτες οι οποίοι χρηματοδοτούνται από βιομηχάνους. Όμως ο εκπαιδευτικός προσανατολισμός αυτών των σχολών είναι ασαφής, δεν χαρακτηρίζεται από ευρύτερη παιδευτική διάθεση, παρέχει μόνο εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις και δεν εντάσσεται σ’ ένα γενικό εκπαιδευτικό σχέδιο με διαβαθμισμένες σπουδές.

Οι νέες ανάγκες της κοινωνίας εκφράζονται με χαρακτηριστικό τρόπο από τον ένθερμο υποστηρικτή της τεχνικής εκπαίδευσης Ιωακείμ Παυλίδη[18] ο οποίος αναφέρει ότι «ὀφείλομεν παρὰ τὴν ἀνθρωπιστικὴν καὶ τὴν καταγοητεύσασαν ἡμᾶς Κλασσικὴν ἐκπαίδευσιν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν βιοποριστικὴν τὴν διὰ τὸν πρακτικὸν βίον...ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν μεγίστην ἀνάγκην τεχνικῆς, γεωργικῆς, ναυτιλιακῆς καὶ καλῆς ἐμπορικῆς παιδεύσεως, καὶ ... πρέπει νὰ ἐγκολαφθῇ εἰς τὰ σπλάγχνα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τῆς κατωτέρας καὶ τῆς μέσης τάξεως ἡ πρακτικὴ διὰ τὸν βίον μόρφωσις καὶ εἰς τα πλευρὰ τῆς γενικῆς ἀνθρωπιστικῆς παιδεύσεως νὰ προσκολληθῇ ἡ τεχνικὴ[19]». Ο Παυλίδης θεωρεί τη στροφή αυτή προς την τεχνική εκπαίδευση αναγκαία για την ανάπτυξη της βιομηχανίας, η οποία θα βγάλει τη χώρα από την καθυστέρηση διαμορφώνοντας τους όρους της οικονομικής της κυριαρχίας στην Ανατολή, και τονίζει ότι «Ὅλα ταῦτα τά σχολεῖα τῆς πρακτικῆς καί τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως παρασκευάζουσι θαυμασίως τήν λεγομένην Μέσην τάξιν τῶν πολιτῶν, ἥτις εἶναι τό ἀληθές καί ἀδιάσειστον στήριγμα παντός Κράτους, καί εὐεργετικός μεσάζων μεταξύ τοῦ μεγάλου κεφαλαίου καί τῆς ἁπλῆς ἐργασίας τοῦ κατωτέρου λαοῦ[20]» και ότι «ἄνευ Τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀδύνατον νά τελειοποιηθῇ και προαχθῇ εἶδός τι βιομηχανίας[21]».

Αυτές ακριβώς τις ανάγκες των πολιτών της “Μέσης Τάξης” έρχεται να υπερασπίσει το [ανεπιτυχές] εκπαιδευτικό νομοσχέδιο του 1899, δείγμα της σταδιακής ενδυνάμωσης της νεοπαγούς ελληνικής αστικής τάξης η οποία βρίσκει τον εκφραστή της στο πρόσωπο του Ελευθέριου Βενιζέλου που, με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 1913 και 1929, θα επιδιώξει τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής εκπαίδευσης.

Η τεχνική εκπαίδευση σαν συνάρτηση της βιομηχανικής ανάπτυξης και της αστικοποίησης της κοινωνίας.

Οι απόψεις Γκίνη εκφράζονται το 1912 , τρία χρόνια μετά το κίνημα στο Γουδί -την πρώτη δυναμική έκφραση των αστικών στρωμάτων-, και ένα χρόνο μετά την άνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία, όπου «νικήτρια και αποφασισμένη η αστική τάξη[22]» αλλά όχι με πλήρη κυριαρχία πάνω στους διάφορους κοινωνικούς μηχανισμούς επιχειρεί – και πραγματοποιεί για το Πανεπιστήμιο τουλάχιστον[23] – μια βαθιά θεσμική μεταρρύθμιση.

Για πρώτη φορά η ελληνική κοινωνία είναι ώριμη να απαιτήσει παιδεία προς “πρακτικότερη κατεύθυνση”, μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης, διότι τα αιτήματα για πρακτικότερη εκπαίδευση και τεχνικά σχολεία είναι απόρροια ενός κοινωνικού μετασχηματισμού κατά τον οποίο η αυξανόμενη βιομηχανική παραγωγή απαιτεί εξειδικευμένους εργάτες με περισσότερες τεχνικές γνώσεις.

Μέχρι τότε οι λιγοστές φωνές που απαιτούσαν τεχνική εκπαίδευση ήταν μάλλον αποτέλεσμα της υιοθέτησης ξένων προτύπων καθώς και απαιτήσεων μιας βιομηχανικής επανάστασης η οποία όμως συντελείτο αλλού. Κι αυτό διότι τα πρώτα τουλάχιστον 50 χρόνια από την σύσταση του νέου ελληνικού κράτους η βιομηχανία είναι ανύπαρκτη, οι σχέσεις παραγωγής προκαπιταλιστικές, ενώ η το­πική βιομηχανία εκτός του ότι αδυνατεί να ανταγω­νιστεί την ευρωπα­ϊκή, συχνά όπου υπάρχει καταστρέφεται[24]. Η Ελλάδα αδυνατεί να ακολουθήσει τις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες και παραμένει στάσιμη, αναπαράγοντας το ήδη γνωστό γι’ αυτήν αναπτυξιακό μοντέλο που βασίζεται στο εμπόριο, την ναυτιλία και την αγροτική παραγωγή.

Στην δεκαετία του 1870 η ανάγκη του διεθνούς κεφαλαίου να επενδύσει σε αναπτυσσόμενα κράτη συμπίπτει με την περίοδο «απογείωσης της βιομηχανίας[25]» στην Ελλάδα, κατά την οποία παρατηρείται ένα κύμα ίδρυσης απλών βιομηχανικών μονάδων κυρίως στα λιμάνια εξαγωγικού εμπορίου της χώρας (Πειραιάς, Ερμούπολη, Πάτρα) και στις μεγάλες πόλεις.

Ο αντίκτυπος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1873 (πτώση διε­θνούς εμπορίου, υποτίμηση εθνικού νομίσματος, υψηλοί δα­σμοί), φθάνει στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1880. Την κρίση αυτή μόνο λίγες και ισχυρές χώρες καταφέρνουν να την ξεπεράσουν και να ικα­νοποιήσουν τις αναπτυ­ξιακές τους προσδοκίες. Αν και η Ελλάδα δεν ανήκει σ’ αυτές, κατορθώνει να δημιουργήσει ένα μικρό βιομηχανικό πυρήνα και ένα στοιχειώδες συγκοινωνιακό δίκτυο. Εν τω μεταξύ η αγροτική οικονομία μεταμορφώνεται, αποκτά κερδοσκοπικό χαρακτήρα με την εξαγωγή αγροτικών προϊόντων, και δημιουργείται μικρή και μεσαία γαιοκτησία με την αναδιανομή της γης, ενώ παρατηρείται μια επιταχυνόμενη διαδικασία αστικοποίησης του πληθυσμού. Οι αλλαγές δεν είναι εντυπωσιακές, «ἡ Ἑλλὰς εἶναι μᾶλλον γεωργικὴ καὶ κτηνοτροφικὴ παρὰ βιομηχανικὴ χώρα[26]», η δε βιομηχανική ανάπτυξη παραμένει μια πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπισθεί. Όλες αυτές οι μικρές αλλαγές σε συνδυασμό με την εδαφική επέκταση της χώρας αστικοποιούν με αργό αλλά σταθερό ρυθμό τον κοινωνικό της κορμό, και βελτιώνουν την ελληνική οικονομία, δημιουργώντας νέες απαιτήσεις που θα εκφρασθούν πολιτικά με το κίνημα του 1909 και την εκλογή του Ελ. Βενιζέλου το 1911, και εκπαιδευτικά με τις μεταρρυθμίσεις του 1899, 1913 και 1929.

Η πρώτη βενιζελική κυβέρνηση του 1911, αποφασισμένη να προχωρήσει σε δραστικές αλλαγές στα εκπαιδευτικά θέματα, ψηφίζει δύο νέους οργανισμούς που ελαχιστοποιούν την παρέμβαση της πολιτείας στις εκλογές των καθηγητών ενισχύοντας την αυτονομία του Πανεπιστημίου. Για πρώτη φορά στον εκπαιδευτικό τομέα πνέει νέος αέρας που χαρακτηρίζεται από ριζοσπαστικές προτάσεις και αναπτυξιακή λογική, ενώ η ρητή επιθυμία για «παρασκευὴ ἐπιστημόνων χρησίμων εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας[27]» καταδεικνύει την τάση επαναπροσδιορισμού του ρόλου του Πανεπιστημίου, που από εκείνη την χρονική στιγμή εντάσσεται στις απόπειρες της αστικής τάξης για την οργάνωση ενός σύγχρονου κράτους στα πρότυπα της φιλελεύθερης Δύσης. Ο επιχειρούμενος εκσυγχρονισμός των σπουδών δεν έχει στόχο μόνο να αντικαταστήσει την σχεδόν αποκλειστική θεωρητική διδασκαλία με την εισαγωγή «ἐφηρμοσμένων ἐπιστημῶν» αλλά και να προσφέρει τις απαιτούμενες γνώσεις σε νέους επιστήμονες «μελλόντων ἄλλως τε νὰ παράσχωσι τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ὅταν ταχέως ὡς ἐλπίζεται δικαίως, λάβῃ αὕτη (ἡ διδασκαλία μαθημάτων πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως) πρακτικὴν μορφὴν καὶ παρ’ ἡμῶν, ὡς ἀλλαχοῦ, ἱδρυομένων σχολείων».Οι δε νέοι αυτοί επιστήμονες «θὰ ἀφίστανται τῆς καθαρᾶς ἀφηρημένης παιδείας ὥστε καὶ αὐτοὶ, διδάσκαλοι γενόμενοι ἐν τῆ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, θέλουσι δίδει εἰς τὰς νέας γενεὰς πρακτικωτέραν τινὰ κατεύθυνσιν σπουδῶν καὶ πνεύματος». Με αυτές τις θέσεις θίγεται για πρώτη φορά το σοβαρότατο ζήτημα της σχέσης ανώτατης και μέσης εκπαίδευσης, το ζήτημα αναπαραγωγής του διδακτικού προσωπικού μέσης εκπαίδευσης και ο ιδεολογικός προσανατολισμός των γυμνασιακών σπουδών.

Οι οργανισμοί του 1911 και τα νομοσχέδια του 1913 που ακολουθούν, υιοθετούν για πρώτη φορά ριζοσπαστικές θέσεις, σύμφωνα με τις οποίες προϋποτίθενται «ἡ λειτουργικότητα τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος και ἡ προσαρμογὴ τοῦ σχολείου στὶς ἀνάγκες τῆς οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης τῆς χώρας[28]». Όμως μέχρι το 1920, εκτός από το Πολυτεχνείο –το οποίο ανωτατοποιήθηκε – λειτούργησε μόνο ένα οργανωμένο τεχνικό σχολείο μέσης τεχνικής εκπαίδευσης, η Σεβαστοπούλειος Εργατική Σχολή[29].

Στην δεκαετία του 1920 ωριμάζουν ακόμη περισσότερο οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες (πλεονάζοντα εργατικά χέρια, εισαγωγή κεφαλαίων, προστατευτικά μέτρα υπέρ της εγχώριας βιομηχανίας), και ενισχύεται η απαίτηση της αστικής τάξης να οργανωθεί «πραγματικὴ ἐκπαίδευσις ἥτις, διατηροῦσα τὸν χαρακτῆρα γενικῆς μορφώσεως, θὰ προπαρασκευάζῃ συστηματικώτερον διὰ τῆς καλλιεργείας τῶν γενικῶν δεξιοτήτων καὶ τῆς παροχῆς καταλλήλων γνώσεων διὰ τὰ εἰδικὰ ἐπαγγελματικὰ σχολεῖα ἢ διὰ τὰ τεχνικὰ ἐπαγγέλματα[30]». Τη δεκαετία αυτή αρχίζει μία περίοδος «ἐντατικωτέρας» βιομηχανικής δράσης, και παράλληλα τίθενται με πιεστικότερο τρόπο τα προβλήματα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και του επαναπροσδιορισμού της γενικότερης εκπαίδευσης μέσα από μια ουσιαστική μεταρρύθμιση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, την οποία θα επιχειρήσει και πάλι ο Ελ. Βενιζέλος το 1929 προσπαθώντας να ολοκληρώσει την πρώτη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1913.

«...Ἡ μεταρρύθμιση τοῦ 1929, ἀστικοδημοκρατικὴ κι ἀνανεωτικὴ ὡς πρὸς τὶς κατευθύνσεις της, βάζει ὁρισμένες βάσεις τοῦ ἀστικοῦ σχολείου. Ἡ κύρια ἀλλαγὴ ποὺ θεσμοθετεῖ εἶναι τὰ κατώτερα ἐπαγγελματικὰ σχολεῖα καὶ πρακτικὰ λύκεια ... Ὁ νέος δηλαδὴ προσανατολισμὸς τοῦ κράτους εἶναι ἡ τάση πρὸς τὴν ἐνσωμάτωση τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος στὶς οἰκονομικὲς ἀνάγκες ἐξέλιξης...[31]».

Αν και φαινομενικά οι οικονομικές ανάγκες της χώρας “εξελίσσονται” και η βιομηχανία αναπτύσσεται, οι στατιστικές αποδεικνύουν το αντίθετο, ότι δηλαδή η Ελλάδα του 1928 και του 1940 είναι περισσότερο αγροτική από την Ελλάδα του 1907[32]! Το αντιφατικό αυτό γεγονός είναι αποτέλεσμα των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής κοινωνίας, και των συνταρακτικών γεγονότων που έχουν ως αποτέλεσμα τον διπλασιασμό της έκτασης και του πληθυσμού της ελληνικής επικράτειας στο διάστημα 1912-1922: συνεχείς πόλεμοι, Μικρασιατική καταστροφή, ανταλλαγή πληθυσμών, διεθνής οικονομική κρίση του 1929 και δημιουργία πολιτικού κλίματος που χαρακτηρίζεται από έντονα μίση και πάθη.

Αν και το αντικείμενο αυτής της εργασίας δεν είναι να αναλύσει τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας την περίοδο 1910-40, εν τούτοις είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι εκείνη την περίοδο, παράλληλα με τις αναπτυξιακές τάσεις δρούσαν αντίρροπα παραδοσιακοί συντηρητικοί μηχανισμοί οι οποίοι, ευνοούμενοι από την συγκυρία, πριμοδοτούσαν το εύκολο κέρδος και δεν διευκόλυναν την ανάπτυξη της βιομηχανίας, προϋπόθεση της οποίας είναι η συστηματικότητα και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός.

Την ίδια εκείνη περίοδο εκφράζεται και η επιθυμία πολλών εύπορων ελλήνων της διασποράς οι οποίοι, έχοντας συνείδηση της «πικρής» μοίρας του παρόντος ελληνισμού και του ένδοξου παρελθόντος του, και οραματιζόμενοι μια ιδανική Ελλάδα, κληροδοτούν «διὰ τὸ μεγαλεῖον καὶ πρὸς δόξαν τῆς φιλτάτης Πατρίδος» την περιουσία τους στο ελληνικό κράτος για την δημιουργία σχολείων τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Αυτή είναι η συγκυρία που οδηγεί στην δημιουργία της Σιβιτανιδείου Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων.


II. Η ίδρυση της Σιβιτανιδείου Σχολής και η ιστορία της μέχρι το 1940.

Ο Βασίλειος Ιερωνύμου Σιβιτανίδης, ομογενής κάτοικος Αλεξάνδρειας της Αι­γύπτου, αποβιώνει στις 3/6/1921 και με την διαθήκη του της 12/6/1917 καθιστά γε­νικό κληρονόμο ολόκληρης της περιουσίας του το ελληνικό δημόσιο με την προ­ϋπόθεση, αφού πληρωθούν σε μετρητά τα διάφορα κληροδοτήματα και άλλες υποχρεώσεις οι οποίες ορίζονται στην διαθήκη, να διατεθεί το υπόλοιπο της πε­ριουσίας του για να (όπως επί λέξει αναφέρεται στον κωδίκελλο Σιβιτανίδη) «ἱδρυθῇ ἄνευ ἀναβολῆς ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν λειτουργουσῶν ὁμοίων σχολῶν ἐν ταῖς μᾶλλον προηγμέναις χώραις εἰς τὰς τέχνας καὶ τὴν βιομηχανίαν “Σχολὴ Τεχνῶν καὶ Ἐπαγγελμάτων” φέρουσα τὴν ἑξῆς ἐπιγραφὴν, “Σχολὴ τῶν Τεχνῶν καὶ τῶν Ἐπαγγελμάτων” ἱδρυθεῖσα ὑπὸ τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῆς Αἰγύπτου ἀδελφῶν Βασιλείου καὶ Λουΐζου Ἱερώνυμου Σιβιτανίδη, πρὸς δὲ προικοδοτηθῇ αὔτη, ὡς κατωτέρω, ἤτοι διὰ μὲν τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ τῆς ἀφιεμένης περιουσίας τῷ Ἑλληνικῷ Δημοσίῳ περιουσίας μου, κτισθῇ τὸ κτίριον τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος Σχολῆς, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀθήναις, εἰς χρεώγραφα πάσης ἀσφαλείας, ὅπως οἱ τόκοι αὐτοῦ χρησιμεύσουν ἑκάστοτε πρὸς συντήρησιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται Σχολῆς, ἥτις δέον νὰ ὀργανωθῇ κατὰ τελειότερον καὶ πρακτικώτερον σύστημα, ἀνατιθεμένης τῆς διοίκησεως αὐτῆς εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις αὐστηρῶς πρέπει νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Τὰ τρία μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης δέον νὰ ὧσιν ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὁ πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸ κτίριον τῆς ἀνωτέρω Σχολῆς ἐπιθυμῶ νὰ εἶναι Ἑλληνικοῦ ῥυθμοῦ ἢ Δωρικοῦ, καὶ ἀντάξιον πρὸς τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προορισθὲν ποσὸν διὰ τὴν ἀνέγερσιν αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως ἕτερος διαθέτης πρὸ τῆς ἀνοίξεως τῆς παρούσης διαθήκης μου, ἤθελεν ἀφήσει, κληροδοτήσει ἤ ἀφιερώσει ποσὸν τι πρὸς ἀνέγερσιν τῆς ἀνωτέρω Σχολῆς [γεγονὸς τὸ ὁποῖον δὲν συνέβη] τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ κληρονόμος μου εἶναι ἐλεύθερον ἀντὶ τῆς ἐν λόγῳ Σχολῆς νὰ ἱδρύσῃ οἱονδήποτε ἄλλο ἐκπαιδευτικὸν κατάστημα ἤθελεν ἐγκρίνῃ, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς βιομηχανικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ καταρτίσεως τῆς χώρας. Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἱδρύματος τούτου ἀναγραφήσεται ἡ αὐτὴ, ὡς ἀνωτέρω εἴρηται, ἐπιγραφὴ, ἤτοι τῆς ἱδρύσεως τούτου ὑπὸ τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῆς Αἰγύπτου

ἀδελφῶν Βασιλείου καὶ Λουΐζου Ἱερώνυμου Σιβιτανίδη συμπληρουμένης συμφώνως πρὸς τὸν δοθησόμενον προορισμὸν τοῦ ἱδρύματος».Με βάση την διαθήκη Σιβιτανίδη 18.000 Αιγυπτιακές λίρες κληροδοτούνται σε συγγενικά του πρόσωπα και σε διάφορα ιδρύματα , και η ακίνητη περιουσία του στην Αίγυπτο και στην Κύπρο. Σε περίπτωση δε κατα την οποίαν οι κληροδόχοι Σιβιτανίδη θα προσέβαλλαν την διαθήκη του θα αποστερούντο του κληροδοτήματος το οποίο έλαβαν, υπέρ του Δημοσίου[33].

Ο Σιβιτανίδης επιθυμώντας την ταχύτατη ανέγερση και λειτουργία της Σχολής αναφέρει: «Αὗται εἰσιν αἱ διατάξεις τῆς τελευταίας θελήσεως μου θερμῶς δὲ παρακαλῶ τοὺς ἐκτελεστὰς καὶ τὸν κληρονὸμον μου νὰ ἐκτελέσωσι ταύτας ἀκριβῶς καὶ τὸ ταχύτερον φροντίζοντες ὅπως ἅμα τῇ πληρωμῇ τῶν κληροδοτημάτων μου καὶ τῇ μεταβιβάσει εἰς Ἀθὴνας τοῦ ὑπολοίπου τῆς περιουσίας μου καὶ τῆς καταθέσεως αὐτῆς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος ἱδρυθῇ ἡ ἐν λόγῳ Σχολὴ μνημεῖον ἀΐδιον τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ φιλεργίας, Ἑστία δὲ Ἐθνικῆς φιλοπονίας διὰ τὸ μεγαλεῖον καὶ πρὸς δόξαν τῆς Φιλτάτης Πατρίδος».

Μετά τον θάνατο του διαθέτη, άρχισε αμέσως η εκκαθάριση της περιουσίας, από τους εκτελεστές της διαθήκης και από το Ελληνικό προξενείο στην Αλεξάνδρεια. Όλες δε οι ενέργειες έγιναν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του αρμόδιου τμήματος κλη­ροδοτημάτων το οποίο υπαγόταν στο Υπουργείο Γεωργίας. Αφού μεταβιβάστηκε η ακίνητη περιουσία και πληρώθηκαν τα διάφορα κληροδοτήματα στους κλη­ροδόχους, τα εκκαθαρισθέντα υπόλοιπα απεστάλησαν και κατατέθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για λογαρια­σμό του Ελληνικού Δημοσίου. Δυστυχώς το πρώτο αποσταλέν ποσό τον Νοέμ­βριο του 1921, ύψους 37.000 λιρών μετετράπη σε ελληνικές δραχμές με αποτέλε­σμα να προκύψει μεγάλη απώλεια λόγω της υποτίμησης της δραχμής. Τότε προέκυψε θέμα εάν θα έπρεπε οι εκτελεστές να μετατρέψουν την περιουσία από το ξένο νόμισμα σε δραχμές, και ποία ήταν η επιθυμία του διαθέτη, ο οποίος όριζε να παρακατατεθεί το ήμισυ σε χρεώγραφα πάσης ασφαλείας. Το Υπουργείο Γεωρ­γίας ερμήνευσε την θέληση του διαθέτη με βάση την νομοθεσία και αποφάσισε ότι εννοούσε ελληνικά χρεώγραφα.

Ανέστειλε τότε την εκτέλεση της διαθήκης και διέταξε τους εκτελεστές να παραιτηθούν από κάθε ενέργεια, αφού προηγουμένως καταθέ­σουν στο υποκατάστημα της Τράπεζας Ανατολής, το οποίο ήταν παράρτημα της Εθνικής Τράπεζας, την κινητή περιουσία της κληρονομιάς, διότι εν τω μεταξύ είχε επέμβει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ως αρμόδιο για την εκτέλεση του όρου «περί ιδρύσεως της Σχολής».Το Υπουργείο Οικονομίας εκτιμούσε ότι δεν έπρεπε να με­τατραπεί η περιουσία σε δραχμές λόγω των κινδύνων από την περαιτέρω προ­βλεπόμενη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, αλλά να παραμείνει σε ξένο νόμισμα λόγω της σταθερότερης κατάστασής του.

Βασίλειος Ἱερώνυμου Σιβιτανίδης

Λουΐζος Ἱερώνυμου Σιβιτανίδης

 

Τα μέτρα αυτά απεδείχθη ότι ωφέλησαν την περιουσία εξ αιτίας της ανατίμησης της λίρας και των χρεωγράφων έναντι της ελληνικής δραχμής. Έτσι τον Ιούνιο του 1925, όταν είχε σχεδόν ολοκληρωθεί η εκκαθάριση της περιουσίας του Σιβιτανίδη, υπήρχαν αιγυπτιακοί τίτλοι και χρεώγραφα αξίας 121.764 αιγυπτιακών λιρών, καθώς και 60.880 σε καταθέσεις, το δε σύ­νολο της περιουσίας μαζί με τους τόκους ανήρχετο περίπου στις 78.000.000 δρχ. (με τιμή λίρας προς 350 δρχ).

Το ποσό αυτό τον Ιούλιο του 1926 (ημερομηνία τελι­κής εκκαθάρισης), λόγω της περαιτέρω υποτίμησης της δραχμής είχε ξεπεράσει τα 100.000.000 δρχ ενώ το 1927, οπότε συνεδρίασε Πλαίσιο κειμένου:  
ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ  ΗΛΙΑΔΗΣ


για πρώτη φορά το Διοικητικό Συμβούλιο, ήταν 75.000.000 δρχ.

Εν τω μεταξύ, καθ’ όλη την διάρκεια της εκκαθάρισης, το Υπουργείο Οι­κονομίας είχε ξεκινήσει προπαρασκευαστική μελέτη των μέτρων, με τα οποία θα εξασφαλιζόταν η εκπλήρωση του σκοπού του διαθέτη, δηλαδή η ανέγερση και οργάνωση σχολής τεχνικών επαγγελμάτων. Για τον λόγο αυτό ,κατά τα έτη 1921,1923 και 1924 συνεκλήθη­σαν επανειλημμένα επιτροπές με άτομα προερχό­μενα από όλες τις τάξεις του επιστημονικού, επαγγελματικού και βιομηχανικού κόσμου, τα οποία διατύπωσαν τις γνώμες τους. Η εργασία των επιτροπών συνεχίστηκε επί υπουργίας Σεχιώτη αλλά διακόπηκε λόγω της κατάργησης του Υπουργείου Οικονομίας, για να συνεχιστεί αργότερα από το Υπουργείο Γεωργίας στο οποίο υπήχθη η επαγγελματική εκπαίδευση.

Ο αρχιτέκτονας του σχεδιασμού της οργάνωσης της Σ.Σ.Τ.Ε. είναι ο μετέπειτα και διευ­θυντής της Ανάργυρος Ηλιάδης. Στη μελέτη του “Δημιουργία Τεχνι­κής Εκπαιδεύσεως εν Ελλάδι – Σιβιτανίδειος Κληρονομία” καταθέτει τις απόψεις του για την επαγγελματική εκπαίδευση και την οργάνωση της Σ.Σ.Τ.Ε. λαμβά­νοντας υπ’ όψη του τις γνώμες των προαναφερθεισών επιτροπών. Η μελέτη αυτή θα αποτελέσει τον οδηγό στον οποίο θα βασισθεί για τις ενέργειες και αποφάσεις του το μετέπειτα εκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο.

Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγεται με βάση το εκδοθέν συστατικό της Σχολής νομοθετικό διάταγμα της 8/8/1926 (επί υπουργίας Γ.Ε.Β. Γ. Χαριτάκη), του οποίου βασικές διατάξεις είναι οι εξής:

η σύσταση αυτοτελούς Νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου προς εκτέλεση του σκοπού του διαθέτη, και η διοίκησή του από 14μελές Συμβούλιο, το οποίο θα εκλέ­γει την Εκτελεστική Επιτροπή. Στο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου εκχωρεί­ται από το Ελληνικό Δημόσιο ολόκληρη η κληροδοτηθείσα περιουσία Σιβιτανίδη, το δε Διοικητικό Συμβούλιο αναλαμβάνει τον καθορισμό των αφορούντων την διοί­κηση και διαχείριση της περιουσίας, και των αφορούντων την διοίκηση, οργάνωση και λειτουργία της ιδρυόμενης Σχολής.

Πλαίσιο κειμένου: ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ  ΓΕΩΡΓΙΑΣ  ΕΜΠΟΡΙΟΥ  ΚΑΙ  ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ  ΕΜΠΟΡΙΟΥ  ΚΑΙ  ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
 



ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ

u

ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΕΙΟΣ  ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

ΥΠΟ
ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ  ΗΛΙΑΔΟΥ
Τμηματάρχου ᾿Επαγγελματικῆς ᾿Εκπαιδεύσεως

 


ΕΝ  ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚ  ΤΟΥ  ΕΘΝΙΚΟΥ  ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ
1926
Οι δύο πρώτες συνεδριάσεις του Δ.Σ. πραγματοποιούνται στο Μητροπολιτικό μέ­γαρο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1927, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου όπως ορίζει ο διαθέτης, και θέτουν τις βάσεις λειτουργίας της υπό ίδρυση Σχολής.

Τον Φεβρουάριο όμως του 1927, με ψήφισμα της εθνοσυνέλευσης ακυρώνεται το εκδοθέν επί δικτατορίας Πάγκαλου διάταγμα της 8/8/1926, και ως εκ τούτου η υπόσταση του Διοικητικού Συμβουλίου. Κυρώνεται νέο νομοθετικό διάταγμα την 22/6/1927 με βάση το οποίο επέρχεται μεταβολή στην σύνθεση του Δ.Σ. και της Ε.Ε. Το νέο Δ.Σ. συγκροτείται τον Σεπτέμβριο 1927.

 

Περίοδος πρώτη: Η οργάνωση της Σ.Σ.Τ.Ε.

Η πρώτη συνεδρίαση του νέου Δ.Σ. της Σ.Σ.Τ.Ε. πραγματοποιείται στις 28/1/1927 στο μέγαρο Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Πρόεδρος του Δ.Σ. σύμφωνα με τη διαθήκη Σιβιτανίδη παραμένει ο Αρχι­επίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, και μέλη εκλέγονται οι Γεώργιος Ματ­θαιόπουλος- Καθηγητής Πανεπιστημίου, Ηλίας Αγγελόπουλος-Πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Παντε­λής Μάτσας- μέλος του Συνδέσμου Βι­ομηχάνων και Βιοτεχνών, Δημήτριος Καλλιτσουνάκης- Τακτικός Καθηγητής της Ανώτατης Σχολής των Οικο­νομικών και Εμπορικών Επιστημών, Κλεισθένης Φι­λάρετος- Χημικός Μη­χανικός, Κωνσταντίνος Αργυρός- Επιθεωρητής Βιομηχα­νίας του Υπουρ­γείου Εθν. Οικονομίας, Ανδρέας Χατζηκυριάκος -Πρόεδρος Συν­δέσμου Βιομηχάνων και Τεχνών, Γεώργιος Πλατανιώτης -Πρόεδρος του Επαγ­γελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Βέης- Τακτικός Καθη­γητής του Ε.Μ.Π., Ανάργυρος Ηλιάδης -Τμηματάρχης Επαγγελματικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, Γεώργιος Μερκούρης Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, και Χαράλαμπος Θεοδωρόπουλος –Κυ­βερνητικός Εκπρόσωπος.

Η απαξίωση της χειρωνακτικής εργασίας.

Στην συνεδρίαση του Δ.Σ. συζητείται η μορφή της Σχολής με βάση τις επιθυ­μίες και τις οδηγίες του Βασίλειου Σιβιτανίδη και το σχεδίασμα του Ανάργυρου Ηλιάδη, και αποφασίζεται (απόφαση 1/1927) ότι η Σχολή θα έχει χαρακτήρα μέσης και κατώτερης επαγγελματικής εκπαίδευσης, θα είναι ημερήσια με παράλληλη λειτουργία νυκτερινών τμημάτων, τα δε εργαστήριά της θα είναι πλήρη και ενσωματωμένα στον χώρο φοίτησης. Παράλληλα συζητείται η ανάγκη εκπαίδευσης τεχνιτών που δεν απαξιούν την χειρωνακτική εργασία. Ο Κ. Βέης αναφέρει χαρα­κτηριστικά: «φοβούμαι ὅτι οἱ Ἕλληνες καὶ ἐν γένει οἱ Μεσημβρινοὶ δὲν ἐννοοῦν νὰ δουλεύουν μὲ τὰς χεῖρας, ἐκεῖνο δὲ ποὺ ἐπιθυμώ νὰ καθορισθῇ σαφῶς εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι οἱ μέλλοντες νὰ διδάξωσιν ἐν τῇ σχολῇ δέον νὰ λέγωσιν εἰς τοὺς ἐργαζόμενους ὅτι εἶναι ἐργάται, ἵνα οὕτω ἐκτιμῶσι καὶ ἀγαπῶσι τὴν ἐργασίαν τῆς χειρὸς».Αναφερόμενος δὲ στη δράση καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν λειτουργησασῶν μέχρι τότε Βιομηχανικῶν Σχολῶν υπενθύμισε τὴ Σχολὴ Ρουσόπουλου λέγοντας ὅτι «αὔτη ἔδωκε καλὰ ἀποτελέσματα ἀρχικῶς ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ καὶ ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ταῦτα ἐξηυτελίσθησαν.»

Συγκρότηση Διοικητικού Συμβουλίου και μετατροπή της Σιβιτανιδείου σε νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

Στις 17/9/1927 πραγματοποιούνται εκλογές για τη συγκρότηση του νέου Δ.Σ. κατά τις οποίες μέλη εκλέγο­νται οι Αν. Χατζηκυριάκος, Π. Μάτσας, Κ. Βέης, Μ. Οικονόμου, Κλ. Φιλά­ρετος, Κ. Κυπα­ρισσιώτης, Γ. Ματθαιόπουλος, Αν. Ηλιάδης, ενώ πρόεδρος, σύμφωνα με την δια­θήκη Σιβιτανίδη, παραμένει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυ­σόστομος. Με την απόφαση 8/1927 εγκρίνεται ο οργανισμός του Δ.Σ. της Σ.Σ.Τ.Ε. η οποία θα λειτουργεί σαν Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, και ορίζεται ο τρόπος λειτουργίας του Δ.Σ. καθώς και η σύσταση του με βάση το διά­ταγμα περί ιδρύσεως της Σ.Σ.Τ.Ε. της 2/7/1926.

Στις 19/3/1928 συζητείται η ανάγκη μεταβίβασης της κληρονομιάς Σιβιτανίδη από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο Νομικό Πρόσωπο Δημό­σιου Δικαίου της Σ.Σ.Τ.Ε. προκειμένου να δρομολογηθεί η αυτονομία της σχολής και η δυ­νατότητα ταχύτερης λήψης αποφάσεων από το Δ.Σ. Μέχρι τον Ιούνιο 1928, το Δ.Σ. αντιμετωπίζει την άρνηση της Εθνικής Τράπεζας να μεταβιβάσει την περιουσία του Σιβιτανίδη στο Νομικό Πρό­σωπο της Σ.Σ.Τ.Ε. εξ’αιτίας της προσβολής της διαθήκης του Σιβιτανίδη από τους κληρονόμους του και της εκκρεμούσας δίκης μεταξύ αυτών και του Ελληνικού Δημοσίου, στη οποία το νομικό πρόσωπο της Σ.Σ.Τ.Ε. εξουσιοδοτείται να υπερασπίσει ο καθηγητής Μπαλής (απ. 12/1928).

Στην συγκεκριμένη περίοδο οικονομικής αδράνειας, καταρτίζονται οι οργανισμοί λει­τουργίας του Δ.Σ. και της Ε.Ε., και ο γενικός οργανισμός της Σ.Σ.Τ.Ε., οι οποίοι υπο­βάλλονται και εγκρίνονται από το αρμόδιο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.

Αγορά οικοπέδου για την στέγαση των δραστηριοτήτων της Σχολής.

Τα γραφεία της Σ.Σ.Τ.Ε. εγκαθίστανται προσωρινά στην οδό Γλάδστωνος 1 στην Αθήνα και ξεκινούν οι πρώτες έρευνες εξεύρεσης κατάλλη­λου οικοπέδου για την ανέγερση του κτιρίου της Σ.Σ.Τ.Ε.

Στις 11/1/1928 αποφασίζεται ( απ. 10,11/1928) ο χώρος ανέγερσης του κτι­ρίου της Σ.Σ.Τ.Ε. σε οικόπεδο 20 περίπου στρεμμάτων πλησίον ενός γηπέδου πίσω από τις φυλακές Συγγρού, το οποίο σύμφωνα με το καταστατικό της Σ.Σ.Τ.Ε. θα παραχωρηθεί από την Αεροπορική Άμυνα. Τελικά το οικόπεδο κρίνεται ακατάλληλο για τις ανάγκες της Σ.Σ.Τ.Ε. και το Δ.Σ. αρχίζει να διαπραγματεύεται την αγορά του οικοπέδου ιδιο­κτησίας Πυρρή (120-140 μέτρα πρόσοψη και 100 μέτρα βάθος) σε απόσταση 20 μέτρων από τον ηλεκτρικό σταθμό Καλλιθέας και 500 μέτρων από το κέντρο, αξιολογώντας οτι η θέση του πληροί τις προϋποθέσεις για την καλύτερη συγκοινωνιακή εξυ­πηρέτηση των φοιτητών και του προσωπικού της σχολής (απ. 19/1928).

Στις 9/4/1928 το Δ.Σ. καταλήγει στην απόφαση αγοράς του ανωτέρω οικοπέδου στην τιμή των 130 Δρχ /τ. πήχη, η οποία πραγματοποιείται τον Ιούνιο του 1928 μετά την αποδέσμευση της κληρονομιάς του Σιβιτανίδη από την Εθνική Τράπεζα, με την ανά­ληψη του ποσού των 2.500.000 δρχ προς αποπληρωμή του (απ. 22,23/1928).Για τις μελλοντικές ανάγκες της Σ.Σ.Τ.Ε. αγοράζεται και δεύτερο οικόπεδο εκτάσεως 2500 τ.μ. δίπλα στο πρώτο.

Οι αρχιτέκτονες Αν. Μεταξάς και Εμμ. Κριεζής προτείνονται για την ανάληψη του έργου ανοικοδόμησης των κτιρίων της Σχολής.

Μέλη του Δ.Σ. έρχονται σε επαφή με τους αρχιτέκτονες Αν. Μεταξά και Εμμ. Κριεζή για να συζητήσουν τα προσχέδια του κτιρίου που θα στεγάσει την Σ.Σ.Τ.Ε., και με την απόφαση 7/1929 εγκρίνουν την ανάθεση του έργου στους προαναφερθέντες αρχι­τέκτονες. Η ανάθεση γίνε­ται με κριτήρια την αποφυγή της χρονοβόρας διαδικασίας που θα προέκυπτε από ενδεχόμενη προκήρυξη διαγωνισμού, και την επιλογή ελλήνων αρχιτεκτό­νων και μάλιστα διακεκριμένων.

Έγκριση οργανισμού Σχολής.

Την 1/7/1928, με βάση το σχεδίασμα Ηλιάδη, εγκρίνεται ο Οργανισμός της Σ.Σ.Τ.Ε. στον οποίο αναφέρονται αναλυ­τικά ο σκοπός, οι αρχές και ο τρόπος λειτουργίας της Σ.Σ.Τ.Ε.(απ. 30/1928), και αποφασίζεται η έκδοση του.Παράλληλα εντείνονται οι συζητήσεις για την ίδρυση των πρώτων Σχο­λείων της Σ.Σ.Τ.Ε. Η αναγκαιότητα δημιουργίας Σχολείου Μηχανουργίας και Ηλεκτροτε­χνίας κρίνεται πρωτεύουσα, αλλά διαπιστώνεται αδυναμία πλήρωσης των προϋ­ποθέσεων για την λειτουργία του εντός του Φθινο­πώρου του 1929. Τελικά μελε­τάται μόνο η δομή των Σχολείων και των τμημάτων που θα δημιουργηθούν(απ. 10/1928 , 3/1929) ενώ η απόφαση για το ποιά Σχολεία θα ιδρυθούν αρχικά, ανα­βάλλεται.

Την περίοδο αυτή το Δ.Σ. έρχεται σε επαφή με αντίστοιχες Σχολές του εξωτερικού, συνεργάζεται με τον τεχνικό κόσμο της Ελλάδας και συζητά με εκ­προσώπους των επαγγελματικών, βιομηχανικών και εργατικών οργανώσεων, με σκοπό την άρτια οργάνωση της Σ.Σ.Τ.Ε., ενώ αποφασίζει σε πρώτη φάση την ίδρυση Σχολείων σχετικών με την βιοτεχνία, και σε δεύτερη φάση την ίδρυση Σχολείων κατώτερου και μέσου επιπέδου σχετικών με τη βιομηχανία.

Συστήνονται ειδικές και τεχνικές επιτροπές για την μελέτη, οργάνωση και κα­τάρτιση των οργανισμών, των εσωτερικών κανονισμών και των αναλυτικών προγραμμά­των των σχολείων αυτών, παράλληλα με την μελέτη των δαπανών για την εγκα­τάσταση και το ετήσιο κόστος λειτουργίας τους. Με βάση αυτές τις μελέτες προ­κύπτει ότι το ήμισυ της περιουσίας Σιβιτανίδη το οποίο προοριζόταν για την συ­ντήρηση της Σχολής δεν επαρκεί. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το κράτος παρείχε μόνο ηθική συμπαράσταση στο εγχείρημα, αδυνατώντας να το υποστηρίξει οικονομικά, οδηγούν το Δ.Σ. στην απόφαση να υλοποιήσει το σχέδιο του βαθμηδόν.

Το σχολικό έτος 1929-1930 λαμβάνεται η απόφαση να λειτουργήσουν τα εξής σχολεία:

 

  1. Σχολείο Διακοσμητικών Επαγγελμάτων με ειδικότητες σχεδιαστών, διακο­σμητών ζωγράφων, διακοσμητών πλαστών.
  2. Δομικών Επαγγελμάτων & Επιπλοποιίας με ειδικότητες λιθοδόμων, ξυλο­δόμων και επιπλοποιών.
  3. Μηχανουργικών επαγγελμάτων και Ηλεκτροτεχνίας

 

Ενοικίαση εργοστασίου για την κάλυψη των αναγκών της Σχολής.

Η ανάγκη να λειτουργήσουν τα νεοϊδρυθέντα Σχολεία το σχολικό έτος 1929-30 εντείνει την προσπάθεια αναζήτησης χώρου που θα στεγάσει προσωρινά τις ανάγκες της Σ.Σ.Τ.Ε. Μέλη της εκτελεστικής επιτροπής μετά από επίσκεψη σε διάφορους χώρους επιλέγουν το πρώην εργοστάσιο «Πιλοποιίας Αθηνών» ιδιο­κτησίας Αντωνίου Μαλούχου επί της οδού Θεσ­σαλονίκης στα Πετράλωνα. Το εργοστάσιο αποτελείται από 9 μεγάλα διαμερίσματα και 3 γραφεία, μοιράζεται από κοινού το προαύλιο με παρά­πλευρο εργοστάσιο κορδονοποιίας, και διαθέτει πλήρη ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση. Ο μισθωτής υποχρεώνεται στην αποκατάσταση των φθορών του κτιρίου, στην διαμόρφωση χώρων αποχωρητη­ρίου για την εξυπηρέτηση 160 μαθητών, και στην παράδοση του την 1/9/1929. Το μίσθωμα καθορίζεται στις 2.000 δρχ μηνιαίως, και αποφασίζεται να ανα­λάβει η ίδια η Σ.Σ.Τ.Ε. την διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων.

Τα γραφεία της Σ.Σ.Τ.Ε. μεταφέρονται από τα γραφεία της εταιρείας τσιμέντων «Ηρακλής» στην οδό Γλάδστωνος 1 στην Αθήνα όπου στεγάζονταν προσωρινά, στον νέο χώρο επί της οδού Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα προχωρούν τα σχέδια των αρχιτεκτόνων για το ιδιόκτητο κτί­ριο της Σ.Σ.Τ.Ε. Ο προϋπολογισμός όμως της συνολικής δαπάνης υπερ­βαίνει το ποσό των 40.000.000 δρχ, γεγονός που αντιβαίνει στην επιθυμία του Σιβιτανίδη ο οποίος όριζε το ήμισυ των χρημάτων να διατεθεί για την ανέγερση των ανα­γκαίων εγκαταστάσεων, και το υπόλοιπο να διατεθεί για την συντήρηση της Σ.Σ.Τ.Ε. Μετά από συζήτηση του Διοικητικού Συμ­βουλίου περιορίζεται το ποσό της δαπάνης για την ανέγερση του κτιρίου στα 20.000.000 δρχ με τη μείωση του οικοδο­μήσιμου όγκου.

Ίδρυση Σχολείου Διακοσμητικών Επαγγελμάτων.

Με την απόφαση 10/1929 εγκρίνεται ή ίδρυση Σχολείου Διακοσμητικών Επαγ­γελμάτων που θα λειτουργεί σαν μέση επαγγελματική σχολή φοί­τησης καθώς και σαν κατώτερο τεχνικό σχολείο με τα εξής τμήματα:

  1. Σχεδιαστών με ειδικότητες Σχεδιαστού τεχνικού σχεδίου και Σχεδια­στού διακοσμητικού σχεδίου.
  2. Διακοσμητών με ειδικότητες Χρωματιστού, Ελαιοχρωματιστού, Επι­γραφο­ποιού, Απομιμητού Ξύλου-Μαρμάρου, Διακοσμητού Ζωγρά­φου, Σκηνογράφου, Τεχνίτη Μωσαϊκών, Διακοσμητού Διαφημί­σεων, Διακο­σμητού Κεραμικής, Τεχνίτη Υαλουργίας.
  3. Διακοσμητών Γλυπτικής – Πλαστικής με ειδικότητες Γλύπτου, Γυ­ψουρ­γού, Διακοσμητού Πλάστη και Γλύπτη, Ξυλογλύπτου, Με­ταλλοπλάστου, Τεχνίτη Κεραμευτικής.
  4. Χαρακτών με ειδικότητες Χαράκτη λίθου, Χρωμολιθογράφου, Ξυλο­γρά­φου, Χαλκογράφου.

Τα διδασκόμενα μαθήματα είναι

  1. Νεοελληνικά και Ηθική Αγωγή.
  2. Πρακτική Αριθμητική και Γεωμετρία.
  3. Πολιτική Αγωγή και γνώσεις επαγγελματία.
  4. Επαγγελματική Υγιεινή.
  5. Γυμναστική
  6. Μουσική

Τα ειδικά μαθήματα για την εκπαίδευση των προαναφερθέντων τεχνιτών δια­μορφώνονται ως εξής:o:p>

  1. Γεωμετρικό Σχέδιο και στοιχεία προοπτικής και παραστατικής Γεωμε­τρίας.
  2. Ελεύθερο Σχέδιο.
  3. Διακοσμητικό Σχέδιο και τεχνολογία αυτού.
  4. Στοιχεία καλλιτεχνικής Φυσιογνωσίας (ζώα, φυτά, οστά)
  5. Στοιχεία καλλιτεχνικής Ανατομικής.
  6. Στοιχεία Ρυθμολογίας και ιστορίας της Διακοσμητικής Τέχνης.
  7. Στοιχεία διαμορφωτικής Αρχιτεκτονικής.
  8. Χαρακτική και γενική τεχνολογία αυτής.
  9. Στοιχεία Χημείας, σύνθεση και οξείδωση χρωμάτων.
  10. Καλλιγραφία και Ιστορική Γραφή.
  11. Διδασκαλία Γυμνού.
  12. Στοιχεία αντιστάσεως της ύλης.
  13. Στοιχεία Μηχανολογίας.
  14. Τεχνικό Σχέδιο και εφαρμογές.
  15. Ειδικές γνώσεις ξυλουργικής, και συστάσεως μαρμάρων και λίθων.
  16. Ειδικές γνώσεις για τον χειρισμό λιθογραφίας.

Η φοίτηση στο Σχολείο Διακοσμητικών Επαγγελμάτων θα είναι τριετής, πλην ορισμένων τμημάτων στα οποία θα είναι διετής. Για τις ανάγκες διδασκαλίας προσλαμβάνονται οι Πολυχρόνης Ρενιέρης, Δημήτριος Μπονοφάτσος, Νικόλαος Ρενιέρης, Εμμανουήλ Βαρουξάκης, Τσιμουρίδης, Νικόλαος Δρακουλίδης καθη­γητής Φυσιογνωσίας, Στέφανος Ξενόπουλος καθηγητής στοιχείων ρυθμολογίας και Σπυρίδων Κορτζάς καθηγητής καλλιτεχνικής αρχιτεκτονικής.

Για την συγκρότηση του τμήματος Γλυπτικής και Πλαστικής προσλαμβά­νονται οι καθηγητές Θωμόπουλος και Γεωργάντης (απ. 21/1929).

Σύσταση Σχολείου Μηχανουργικών Επαγγελμάτων & Ηλεκτροτεχνίας, και Δομικών Επαγγελμάτων & Επιπλοποιίας.

Τον Δεκέμβριο του 1929 το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει την σύσταση του δεύτερου Σχολείου, του Σχολείου Μηχανουργικών Επαγγελμάτων και Ηλεκτρο­τεχνίας με διευθυντή τον μηχανικό Δ. Σουρή και διδακτικό προ­σωπικό τους Ιωάννη Συνοδινό, Δημήτριο Προβελέγιο, Αντώνιο Αχλάδη και Δ. Δραγώνα.

Σύσταση Σχολείου Δομικών Επαγγελμάτων και Επιπλοποιίας

Στις 29/1/1930 συστήνεται το Σχολείο Δομικών Επαγγελμάτων και Επι­πλοποιίας με δύο τμήματα : Ξυλοδόμων & Επιπλοποιών, και Λιθοδόμων. Η διεύθυνση του Σχολείου ανατίθεται στον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ραυ­τόπουλο ενώ το διδα­κτικό προσωπικό αποτελούν οι Άγγελος Σιάγας, Δη­μήτριος Κορωναίος, Δημή­τριος Γρυπάρης, Νικόλαος Θωμόπουλος και Αντώνιος Σκορδαράς.

 

 

Η σύνθεση του πρώτου Δ.Σ.

Το Δ.Σ. την τριετία 1933-36

Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (Αρχιεπί­σκοπος Αθηνών), πρόεδρος

Ανδρέας Χατζηκυριάκος -Πρόεδρος Συνδέ­σμου Βιομηχάνων και Τεχνών, αντιπρόε­δρος,

Μέλη:

Γεώργιος Ματθαιόπουλος- Καθηγητής Πανεπιστημίου,

Ηλίας Αγγελόπουλος-Πρόεδρος του Τεχνι­κού Επιμελητηρίου Ελλάδος,

Παντε­λής Μάτσας- μέλος του Συνδέσμου Βιομηχάνων και Βιοτεχνών,

Δημήτριος Καλλιτσουνάκης- Τακτικός Κα­θηγητής της Ανώτατης Σχολής των Οικο­νομικών και Εμπορικών Επιστημών, Κλει­σθένης Φιλάρετος- Χημικός Μη­χανικός,

Κωνσταντίνος Αργυρός- Επιθεωρητής Βιο­μηχανίας του Υπουρ­γείου Εθν. Οικονο­μίας,

Γεώργιος Πλατανιώτης -Πρόεδρος του Επαγ­γελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Βέης- Τακτικός Καθη­γητής του Ε.Μ.Π.,

Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (Αρχιεπί­σκοπος Αθηνών), πρόεδρος

Ανδρέας Χατζηκυριάκος -Πρόεδρος Συνδέ­σμου Βιομηχάνων και Τεχνών, αντιπρόε­δρος,

Μέλη:

Αντώνιος Ζηλήμων- πρόεδρος Αρείου Πά­γου,

Λουκάς Γιδόπουλος- εισαγγελέας Αρείου Πάγου,

Κλεισθένης Φιλάρετος- Χημικός Μη­χανι­κός,

Θεόδωρος Σκούφος – Καθηγητής Πανεπι­στημίου Αθηνών,

Ιωάννης Θεοφανόπουλος – Καθηγητής ΕΜΠ,

Κοσμάς Πανούτσος –εκπρόσωπος συνδέ­σμου Ελλήνων Βιομηχάνων,

Γεώργιος Λαμπρινάκος, πληρεξούσιος Ατ­τικοβοιωτίας , πρόεδρος επαγγελματικού επιμελητηρίου Αθηνών,

Μηχαήλ Οικονόμου εκπρόσωπος ΤΕΕ

Ευάγγελος Ευαγγέλου, εκπρόσωπος ΓΣΕΕ,

Ασκληπιός Βρεττός, εκπρόσωπος Γ.Σ. Επαγγελματιών Ε.,

Ευάγγελος Ιατρίδης, τμηματάρχης επαγ­γελματικής εκπαίδευσης ΥΕΟ

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ 1930-33

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ 1933-40

Ανδρέας Χατζηκυριάκος, πρόεδρος

Μέλη:

Παντελής Μάτσας,

Κλεισθένης Φιλάρετος,

Ευάγγελος Ιατρίδης,

Ιωάννης Θεοφανόπουλος

Ανδρέας Χατζηκυριάκος, πρόεδρος

Μέλη:

Γεώργιος Λαμπρινάκος

Κλεισθένης Φιλάρετος,

Ευάγγελος Ιατρίδης,

Ιωάννης Θεοφανόπουλος

Μόνιμος διευθυντής Σ.Σ.Τ.Ε. : ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ ΗΛΙΑΔΗΣ

Πρόσληψη διδακτικού προσωπικού.

Ένεκα της ανάγκης ταχείας πρόσληψης προσωπικού, τροποποιείται ο κα­νονι­σμός της Σ.Σ.Τ.Ε. και παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης έκτακτου (προσωρι­νού) προσωπικού(απ. 33/1929).

Στις 18/9/1929 η Εκτελεστική Επιτροπή προσλαμβάνει τους εξής καθηγητές για την σύσταση της Σχολής:

Α. Λουκίδη, ως μόνιμο καθηγητή ειδικών θεμάτων της Διακοσμητι­κής και Ζωγραφικής.

Σ. Ζάκκα, πρωτοβάθμιο καθηγητή Γυμνασίου Θηβών, ως μόνιμο καθη­γητή γενικών μαθημάτων των Νεοελληνικών και της Ηθικής Αγω­γής, ο οποίος μετά από παραίτηση του αντικαθίσταται από τους Τ. Μπο­μπό, καθηγητή Ελλη­νικών Πρακτικού Λυκείου, και Π. Πέτρου πτυ­χιούχο φιλογίας.

Σ. Θεοτοκάτο, προερχόμενο από Τεχνικό Διδασκαλείο Μέσης Εκ­παίδευ­σης ως τακτικό καθηγητή του μαθήματος Καλλιγραφίας και Ιστο­ρικής γραφής.

Α. Σώχο, καθηγητή Γλυπτικής ,ως έκτακτο καθηγητή Διακοσμητι­κής Γλυπτικής και Πλαστικής.

Μ. Γεωργάκη, προερχόμενο από Τεχνικό Διδασκαλείο Μέσης Εκ­παίδευ­σης, ως έκτακτο καθηγητή διδασκαλίας Γεωμετρικού σχεδίου.

Ιωάννη Βούλγαρη, Διακοσμητή-Γλύπτη, ως έκτακτο καθηγητή για την δι­δασκαλία του Πλαστικού σχεδίου.

Στέφανο Σταμάτη, πρώην καθηγητή Βιομηχανικής Ακαδημίας Ρουσό­πουλου, Πολιτικό Μηχανικό, ως έκτακτο καθηγητή για την διδα­σκαλία πρα­κτικής Αριθμητικής και στοιχείων Γεωμετρίας.

Βασ. Νεράντζη, καθηγητή Εμπορευματολογίας Φυσικής και Γεω­γραφίας της δημόσιας Εμπορικής Σχολής Πειραιά, ως έκτακτο καθηγητή για την διδα­σκαλία Γεωγραφίας.

Ι. Παπαδόπουλο, σχολικό Ιατρό, για την διδασκαλία του μαθήματος Υγι­εινής και την ιατρική εξέταση των μαθητών.

 

Προκήρυξη εγγραφής μαθητών και όροι φοίτησης

Από τις 15-30/9/1929 προκηρύσσονται εγγραφές για μαθητές έλ­ληνες, υγιείς, 13 έως 18 ετών, διαθέτοντες απολυτήριο εξατάξιου ή τετρατάξιου δημοτικού σχολείου, ή φοιτήσαντες μέχρι τη 2η τάξη του Ελληνικού Σχολείου, ή φοιτήσαντες σε ομοταγή προς τη Σ.Σ.Τ.Ε. σχολεία, με τους κά­τωθι τρόπους:

  1. άνευ εξετάσεων, για τους διαθέτοντες απολυτήριο εξατάξιου δη­μοτι­κού σχολείου, και για τους φοιτήσαντες μέχρι τη 2η τάξη του Ελληνικού Σχολείου.
  2. με εισιτήριες εξετάσεις και με προφορική και γραπτή εξέταση, για τους διαθέτοντες απολυτήριο τετρατάξιου δημοτικού σχολείου
  3. με κατατακτήριες εξετάσεις, για τους φοιτήσαντες σε ομοταγή προς την Σ.Σ.Τ.Ε. σχολεία, οι οποίοι, σε περίπτωση αποτυχίας στις εξετάσεις, κατατάσσονται στον προηγούμενο από τον αιτούμενο χρόνο φοί­τησης.

Επίσης η Σ.Σ.Τ.Ε. δέχεται και ελεύθερους ή ακροατές μαθητές υπο ειδικούς όρους.

Αν οι αιτούντες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, ή αν ο αριθμός τους είναι μεγα­λύτερος αυτού τον οποίο δύναται να εξυπηρετήσει η Σ.Σ.Τ.Ε., διεξάγεται εισιτή­ριος διαγωνισμός στα μαθήματα της ελληνικής Γλώσσας, στην πρακτική Αριθ­μητική, στην στοιχειώδη Γεωμετρία και στην Πατριδογνωσία. Η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν, αλλά οι μαθητές υποχρεούνται στην καταβολή εγγύησης και δικαιωμάτων[34].

Οι μαθητές εισάγονται κατ’ αρχήν στο προπαρασκευαστικό τμήμα όπου προσα­νατολίζονται στην τεχνική εκπαίδευση και αποκτούν στοιχειώδεις γνώσεις στα βασικά μαθήματα (Ελληνικά, Μαθηματικά, Φυσική). Αφού φοιτήσουν στο προπαρασκευαστικό τμήμα διαγωνίζονται για την κατάταξη στα διάφορα τεχνικά τμήματα ανάλογα με την κλίση και την ικανότητα τους[35].

Τα δίδακτρα καθορίζονται ως εξής:

 

ΔΙΔΑΚΤΡΑ

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

ΕΡΓΑΛΕΙΑ

ΣΥΝΟΛΑ

1ο έτος

250,00 Δρχ

150,00 Δρχ

550,00 Δρχ

950,00 Δρχ

2ο έτος

350,00 Δρχ

200,00 Δρχ

750,00 Δρχ

1.300,00 Δρχ

3ο έτος

600,00 Δρχ

250,00 Δρχ

100,00 Δρχ

950,00 Δρχ

Έναρξη μαθημάτων.

Στις 16/10/1929 η Σ.Σ.Τ.Ε. υποδέχεται στον προσωρινό της χώρο, το μισθωμένο εργοστάσιο ‘’Πιλοποιία Αθηνών’’, τους πρώτους μαθητές, οι οποίοι το Μάρτιο του 1930 είναι ήδη εξοικειωμένοι με το αντικείμενο τους και αρχίζουν τις πρακτικές εφαρμο­γές. Τον Ιούνιο οι εξετάσεις τους [επί των πρακτικών εφαρμογών] λαμβάνουν χαρακτήρα δημόσιας επίδειξης και πολυάριθμοι επισκέπτες από όλες τις κοινωνικές τάξεις εκφράζουν την ικανοποίηση τους για το επιτελούμενο έργο της Σ.Σ.Τ.Ε.

 

Απολογισμός έργου του Δ.Σ.: η περίοδος αδράνειας και η περίοδος δρά­σης.

Στην συνεδρία της 5/4/1930 γίνεται αναλυτικός απολογισμός του μέχρι τούδε έρ­γου του Διοικητικού Συμβουλίου. Αναφέρονται αναλυτικά οι λό­γοι καθυστέρη­σης της εκκαθάρισης της περιουσίας Σιβιτανίδη λόγω της νομισματικής κρίσης, του δικαστικού αγώνα των κληρονόμων Σιβιτανίδη εναντίον της Σχολής, και της υποτίμησης της δραχμής, διότι οιαδήποτε μετατροπή της κληρονομιάς Σιβιτα­νίδη σε δραχμές θα είχε ως αποτέλε­σμα την μείωση της αξίας της. Τελικά με την ολική εκκαθάριση της κλη­ρονομιάς Σιβιτανίδη στις 2/7/1926, η αξία της είχε ανέλθει στα 75.000.000 δρχ.

Ένα άλλο κώλυμα στο έργο του Δ.Σ. αποτέλεσε το γεγονός ότι το διάταγμα – το εκδο­θέν επί δικτατορίας Πάγκαλου-με βάση το οποίο είχε συγκροτηθεί το Δ.Σ. το 1926, ακυρώθηκε από την Συνέλευση τον Φεβρουάριο του 1927, με αποτέλεσμα την κατάργηση της υπόστασης του Δ. Σ. Στις προηγούμενες καθυστερήσεις συ­νέτεινε και η άρνηση της Εθνικής Τράπεζας από τον Σεπτέμβριο του 1927 έως τον Ιούνιο του 1928 να μεταβιβάσει την περιου­σία του Σιβιτανίδη στο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου της Σ.Σ.Τ.Ε. λόγω της εκκρεμούσης αγωγής των κληρονόμων του.

Με αυτά τα γεγονότα τελειώνει η περίοδος αδράνειας όσον αφορά τα πε­πραγμένα στη Σ.Σ.Τ.Ε., και αρχίζει η περίοδος δράσης με την κατάρτιση Οργανι­σμού,τη σύσταση Σχολείων, και τη σύσταση τεχνικών επιτροπών οι οποίες, έχοντας μελετήσει προγράμματα ομοειδών σχολών του εξωτερικού και έχοντας λάβει υπ’ όψιν τις ελληνικές ιδιομορφίες, κα­ταρτίζουν αναλυτικά προ­γράμματα και εσωτερικούς κανονισμούς στα υπό δημιουργία Σχολεία.

Δημιουργία σχολείων με βιομηχανικό και βιοτεχνικό προσανατολισμό.

Κατά την διάρκεια της συνεδρίας του Δ.Σ. στις 26/4/1930 συζητείται η ίδρυση Σχολείου Τουριστικών Επαγγελμάτων μετά από πρόταση του ΕΟΤ ο οποίος προ­τίθεται να διαθέσει 35,000 δρχ. για το πρώτο έτος. Επίσης κρίνεται απαραίτητο να γίνονται τα μαθήματα κατά τις απογευματινές ώρες προς διευκόλυνση των εργαζόμενων μαθητών.

Για την κάλυψη των διδακτικών αναγκών του εν λόγω Σχολείου, εξουσιο­δοτεί­ται η Εκτελεστική Επιτροπή να υπογράψει σύμβαση με τους καθηγη­τές Αποστ. Κανέλλο και Σ. Σαλίγκαρο οι οποίοι είχαν σταλεί σαν υπότρο­φοι του ΕΟΤ στην Ελβετική Ξενοδοχειακή Σχολή της Λοζάννης (απ.28/1930).

Ο σκοπός του συγκεκριμένου Σχολείου εντάσσεται στην αρχική μελέτη σύνθε­σης της Σ.Σ.Τ.Ε. σύμφωνα με την οποία θα υπήρχαν δύο είδη Σχολείων προ­σανατολισμένων στις ανάγκες της βιοτεχνίας και της βιο­μηχανίας.

Για τις ανάγκες της βιοτεχνίας προβλέπονται τα Σχολεία Διακοσμητικών, Δομι­κών, Μηχανουργικών και Χειροτεχνικών επαγγελμάτων, καθώς και τα Σχολεία Επιπλοποιίας, Ηλεκτροτεχνίας, Κοπτικής & Ραπτικής, Τυπογρα­φίας, Ξενοδοχο­ϋπαλλήλων και Κομμωτών.

Για τις ανάγκες της βιομηχανίας προβλέπονται τα Σχολεία Κλωστοϋφα­ντουρ­γίας, Οινοπνευματοποιίας, Ζυμοτεχνίας, Βυρσοδεψίας, Ελαιουργίας και Σαπω­νοποιίας.

Έναρξη έργου ανοικοδόμησης του ιδιόκτητου κτιρίου της Σ.Σ.Τ.Ε.

Μετά από δωδεκάμηνη καθυστέρηση, στις 10/5/1930 (απ. 9/1930), υπογράφεται η σύμβαση –με λε­πτομερή κατάλογο υποχρεώσεων- οικοδόμησης του κτιρίου της Σ.Σ.Τ.Ε. με τους αρχιτέ­κτονες Αν. Μεταξά και Εμμ. Κριεζή. Η καθυστέρηση οφειλόταν στην αναποφασιστικότητα του Δ.Σ. περί του εκτελεστέου έργου και στις αμφισβητήσεις των αρχι­τεκτόνων σχετικά με τους όρους της συμβάσης.

Η Σ.Σ.Τ.Ε. αναλαμβάνει εργολαβίες στον Ιδιωτικό και Δημόσιο τομέα.

Ο Α. Χατζηκυριάκος αναφέρεται στην ανάγκη να ληφθεί μέριμνα ώστε οι μαθη­τές να συνεχίσουν την εκπαίδευση τους κατά τις θερινές διακοπές εκτελώντας και εργασίες εκτός σχολής. Τις εργασίες αυτές θα τις ανα­λαμβάνει για λογαρια­σμό της η Σ.Σ.Τ.Ε. και θα τις αναθέτει στους μαθη­τές της. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται για την υποβολή αυτής της πρότασης είναι τα ακόλουθα:

Α.)Οι μαθητές δεν μπορούν να καταρτισθούν πλήρως σε εργασίες που γί­νονται εντός της Σ.Σ.Τ.Ε. χωρίς να λάβουν γνώση των πραγματικών συν­θηκών της ελεύθερης αγοράς.

Β.)Με την ανάληψη εξωτερικών εργασιών θα δίδεται αποζημίωση στους μαθητές που ως επί το πλείστον είναι άποροι, στους αρχι­τεχνίτες της Σ.Σ.Τ.Ε. που αμείβονται με χαμηλούς μισθούς, και στην ίδια την Σ.Σ.Τ.Ε.

Μετά από εκτενή συζήτηση εγκρίνεται η ανάληψη ιδιωτι­κών ερ­γασιών από τη Σ.Σ.Τ.Ε. για εκπαιδευτικούς σκοπούς (απ. 25/1390), με μοναδική έν­σταση του εκ­προσώπου της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος Παπανικολάου, ότι η Σ.Σ.Τ.Ε. θα λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τα τε­χνικά Σωματεία και Συνδέσμους υποκαθιστώντας τον ρόλο του επιχειρη­ματία ή του εργολάβου.

Το Δ.Σ. αποφασίζει επίσης να διαθέσει μέρος του προϋπολογισμού της Σ.Σ.Τ.Ε. για την ενίσχυση των απόρων μαθητών (απ. 26/1930) και εξουσιο­δοτεί την Εκτε­λεστική Επιτροπή να εξεύρει χρήματα για την απονομή βραβείων (απ. 27/1930)

Ανάθεση επίβλεψης ανέγερσης κτιρίου της Σ.Σ.Τ.Ε. στον Γ. Μπίρη.

Το έργο ανέγερσης του ιδιόκτητου κτιρίου της Σ.Σ.Τ.Ε. προχωρά ενώ απο­φασίζε­ται (απ.29/1930) η επέκταση κατά έναν όροφο του κτιρίου της με­σαίας παράλλη­λης σειράς, με σκοπό την κατασκευή εργαστηρίων.

Για τον έλεγχο των εκτελουμένων εργασιών προσλαμβάνεται ως προϊ­στάμενος του Τεχνικού Γραφείου –για δύο χρόνια- ο Γ. Μπίρης (απ.32/1930). Η εκλογή του Γ. Μπίρη γίνεται με αξιοκρατικά κριτήρια[36] λόγω της καταξιωμένης θέσης του, ενώ η οικονομική του αποζημίωση συμφωνείται να είναι ιδιαίτερα μικρή λόγω του ότι ο ίδιος έχει αναλάβει μέρος της εργασίας από τους αρχιτέκτονες οι οποίοι του έχουν παραχω­ρήσει το 15% της αμοιβής τους.(!)

Η Αμερικανική Περίθαλψη Εγγύς Ανατολής δωρίζει τις εγκαταστάσεις της, τις ευρισκόμενες στην Σύρο.

Το Δ.Σ. της Σ.Σ.Τ.Ε. στην συνεδρία της 11/10/1930 αποδέχεται μια δωρεά εκ μέ­ρους της Αμερικανικής Περιθάλψεως.

Η Αμερικανική Περίθαλψις[37] είχε ιδρυθεί με νομοθετικό διάταγμα του Κο­γκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και, σύμφωνα με το καταστατικό της, ήταν φιλαν­θρωπική οργάνωση συντηρούμενη από φιλανθρωπικές δωρεές ενώ ήταν υπόλο­γος μόνον απέναντι του αμερικανικού λαού.

Η δωρεά αποτελείται από κτίρια, εγκαταστάσεις και όργανα τα οποία ευ­ρίσκο­νται στην Σύρο, και παραχωρούνται με την προϋπόθεση ότι θα χρη­σιμοποιηθούν μόνο για εκπαιδευτικούς σκοπούς, όμοιους προς εκείνους στους οποίους αποβλέπει η Σ.Σ.Τ.Ε. και παραπλήσιους με το επιδιωκόμενο εκπαι­δευτικό πρόγραμμα της Αμερικανικής Περιθάλψεως.

Για την ασφάλεια της ξένης εταιρείας θα δοθεί εγγυητική επιστολή της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος αξίας 100.000 δολλαρίων, ενώ για την ασφά­λεια της τελευ­ταίας θα δοθεί δικαίωμα ενεχύρου επί ανάλογου ποσού χρεωγράφων -ανηκό­ντων στην Σ.Σ.Τ.Ε- της Εταιρείας Υδάτων Αλεξαν­δρείας.

Η σύμβαση υπογράφεται ομόφωνα (απ.52/1930) και αποφασίζεται συμμε­τοχή στις συνεδριάσεις της Σχολής του εκάστοτε αντιπροσώπου της Αμε­ρικανικής Περιθάλψεως, η δε τελετή της πράξης αποδοχής της δωρεάς γί­νεται με πλήρη μεγαλοπρέπεια στο Ζάππειο Μέγαρο στις 14 Οκτωβρίου.

Στην ίδια συνεδρίαση το Δ.Σ. αποφασίζει να μην απαλλοτριώσει (απ.53/1930) δύο οικόπεδα τα οποία συνορεύουν με το αγορασθέν από την Σ.Σ.Τ.Ε., και σύμφωνα με το διάταγμα της 30/5/1929, έχουν κηρυχθεί απαλλοτριωτέα προς κάλυψη μελλοντικών αναγκών της, λόγω των αυ­ξημένων οικονομικών απαιτήσεων των ιδιοκτητών τους.

Η εκποίηση Αιγυπτιακών χρεογράφων και η οικονομική κρίση.

Η Σ.Σ.Τ.Ε. δυσκολεύεται να εξακολουθήσει τις οικοδομικές εργασίες, λόγω έλ­λειψης ρευστού χρήματος. Οι κεφαλαιακές ανάγκες όπως έχουν διαμορφωθεί με τον προϋπολογισμό του 1931 ξεπερνούν τα 14.000.000 δρχ.

Το σύνολο όμως της περιουσίας της Σ.Σ.Τ.Ε. είναι επενδυμένο σε αι­γυπτιακά χρεώγραφα τα οποία έχουν χάσει μεγάλο μέρος της αξίας τους λόγω της παρα­τεταμένης οικονομικής και πολιτικής κρίσης στην Αίγυ­πτο. Για την ακρίβεια η εκποίηση των χρεωγράφων θα επέφερε απώλεια μεγαλύτερη των 10.000.000 δραχμών –περίπου το 1/10 της περιουσίας της Σ.Σ.Τ.Ε.- σε σχέση με τις τιμές του 1928 οπότε άρχισε η οικονομική κρίση. Όμως πριν το 1928 το Διοικητικό Συμβού­λιο είχε προλάβει να μετατρέψει μικρό μέρος των αιγυπτιακών χρεωγράφων σε ελληνικά χρεώγραφα σε χρυσό, τα οποία είχαν υπερτιμηθεί σημαντικά.

Ένεκα αυτής της οικονομικής συγκυρίας, το Δ.Σ. αποφασίζει (απ.64/1930) να εκ­ποιηθούν βαθμηδόν χρεώγραφα αξίας 15.000.000 δρχ., εκ των οποίων τα 2/3 θα είναι ελληνικά και μόνον το 1/3 αιγυπτιακά. Όσον αφορά τις με­τοχές της Εται­ρείας Υδάτων Αλεξάνδρειας, αποφασίζει να εκποιηθούν αργότερα με την ελπίδα οικονομικής ανάκαμψης της Αιγύπτου.

Σύσταση τμήματος Μεταλλοπλαστικής -Χαρακτικής

Παράλληλα με τις εργασίες ανοικοδόμησης του νέου κτιρίου της Σ.Σ.Τ.Ε., τίθεται το θέμα εκπόνησης μελέτης για την εγκατάσταση του μηχανουρ­γείου της Σ.Σ.Τ.Ε. Το έργο αυτό αναλαμβάνει ο νεοπροσληφθείς Ευγένιος Αποστολόπουλος, ο οποίος αντικαθιστά τον παραιτηθέντα Α.Αργυριάδη στην διεύθυνση του Μηχανουργικού τμήματος.

Επίσης ανατίθεται στον αρχιτέκτονα Γεώργιο Οικονομίδη η διεύθυνση του Σχο­λείου Δομικών Επαγγελμάτων και η διδασκαλία μαθημάτων σχετικών με την ειδικό­τητα του, σε αντικατάσταση των παραιτηθέντων Α. Ραυτόπου­λου και Α. Σιάγα (απ. 2,3/1931).

Με την έναρξη του δεύτερου εξαμήνου του 1931, συστήνεται η νέα ειδικό­τητα Μεταλλοπλαστικής- Χαρακτικής στο τμήμα Διακοσμητών Πλαστών του Σχο­λείου Διακοσμητικών Επαγγελμάτων.

Διάρρηξη σύμβασης με την Αμερικανική Περίθαλψη Εγγύς Ανατολής.

Η σύμβαση μεταξύ της Σ.Σ.Τ.Ε. και της Αμερικανικής Περιθάλψεως έχει άδοξη κατάληξη διότι όταν το Μάρτιο του 1931 επιτροπή του Δ.Σ. φθάνει στη Σύρο για την παραλαβή της δωρεάς, βρίσκει τα κτίρια κενά μηχανημά­των και κινητών εγκαταστάσεων. Η εξήγηση δε που δίδεται από τον έλληνα εκπρόσωπο της Αμε­ρικανικής Περιθάλψεως είναι ότι αυτά παρελή­φθησαν από τα ορφανά που στε­γάζονταν στα εν λόγω κτίρια.(!)

Η αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας της δωρεάς είχε πιστοποιηθεί το προη­γούμενο έτος ότι ανερχόταν στα 10.000.000 δρχ. Η καθυστέρηση όμως της παραλαβής της από τη Σ.Σ.Τ.Ε, οφειλόμενη στην αναμονή της επικύρωσης της συμφωνίας από το αμερικανικό Κογκρέσο τον Φεβρουά­ριο του 1931, καθώς και ο τερμα­τισμός των δραστηριοτήτων του φιλαν­θρωπικού οργανισμού Εγγύς Ανατολής το 1930, έδωσαν την ευκαιρία σε υπαλλήλους της Αμερικανικής Περιθάλψεως να μεταφέρουν –όπως απο­δεικνύεται από τις πολυπληθείς φορτωτικές που εκδόθη­καν στο όνομα τους- υλικά, έπιπλα, μηχανήματα και εργαλεία των εγκαταστά­σεων στον Πειραιά, και να τα πωλήσουν σε εξευτελιστικές τιμές.

Ευρισκόμενη λοιπόν η επιτροπή του Δ.Σ. έμπροσθεν κενών κτιρίων αρνείται να παραλάβει τη δωρεά, ακυρώνει την σύμβαση με την Αμερικανική Περίθαλψη και αξιώνει επαναδιαπραγμάτευση εκ του μηδενός αφού επι­στραφεί η δοθείσα εγ­γύηση.

Στην ίδια συνεδρίαση (4/6/1931) το Δ.Σ. αποφασίζει την παράταση της σύμβασης μισθώσεως του εργοστασίου ‘’Πιλοποιία Αθηνών’’ που στεγάζει τις ανάγκες της Σ.Σ.Τ.Ε. διότι η περάτωση του ιδιόκτητου κτιρίου αναμένεται στο τέλος του 1931.

Επίσης τα μέλη Ηλιάδης και Αποστολόπουλος μετά από την εικοσαήμερη περιο­δεία τους στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ιταλία (απ.18/31) εκθέ­τουν τις εντυπώσεις τους από 27 τεχνικά σχολεία αντίστοιχου προσανα­τολισμού με εκείνον της Σ.Σ.Τ.Ε. Η περιοδεία αυτή είχε δύο στόχους : την αναζή­τηση προσφορών για την αγορά εξοπλισμού για τις νέες εγκαταστάσεις της Σ.Σ.Τ.Ε, καθώς και την σύ­γκριση του εξοπλισμού, του διδακτικού προ­γράμματος και του προσωπικού των αντιστοίχων σχολών του εξωτερικού με την Σ.Σ.Τ.Ε.

Η μεγάλη προσέλευση μαθητών κατά το σχολικό έτος 1931-32 και η οικονο­μική κρίση.

Στις εγγραφές του σχολικού έτους 1931-32 παρατηρείται ιδιαίτερα μεγάλη προ­σέλευση υποψηφίων. Τελικά εγγράφονται 370 μαθητές μετά από εισιτήριες εξετάσεις. Η κατάρτισή τους όμως είναι ελλιπέστατη στα γενικά μαθήματα και για το λόγο αυτό υποχρεούνται να παρακολουθήσουν τα προπαρασκευαστικά τμήματα (συ­νεδρία 1/11/31).

Η οικονομική κρίση που συνεχίζεται δριμύτερη, παρά τις αισιόδοξες προ­βλέψεις, πλήττει και τις επενδύσεις σε ελληνικά χρεώγραφα εκτός από τα ήδη υποτιμη­θέντα αιγυπτιακά. Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, η μεγάλη ελάττωση της περιουσίας της Σ.Σ.Τ.Ε. αναγκάζει το Δ.Σ. να πε­ριορίσει τις οικοδομικές ερ­γασίες και να εγκρίνει μόνο τα έργα που κρίνο­νται απαραίτητα, καθώς και την παραγγελία από το εξωτερικό ξυλουργι­κού, μηχανολογικού και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού για τις τρέχουσες ανάγκες της Σ.Σ.Τ.Ε. Δυστυχώς όμως η παραγγε­λία προσκρούει στα νομι­σματικά μέτρα της κυβέρνησης που περιορίζουν την εξαγωγή συναλλάγ­ματος, με αποτέλεσμα να μείνει ανεκτέλεστη.

Τα μόνα έργα που πραγματοποιούνται με επιτυχία την περίοδο αυτή είναι η σύναψη συμφωνίας με την ΗΕΑΠ[38] (απ. 32/1931) για την ανέγερση ηλεκτρι­κού υποσταθ­μού της Σ.Σ.Τ.Ε. και για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας με χαμηλό τιμολό­γιο,καθώς και η συμφωνία με την Εταιρεία Υδάτων για την παροχή ύδρευσης και την εγκατάσταση σωληνώσεων στο κτίριο.(απ. 32/1331).

Η περίοδος της οικονομικής κρίσης συμπίπτει και με τα αυξημένα έξοδα της Σ.Σ.Τ.Ε. λόγω της μεταφοράς και εγκατάστασης στο ιδιόκτητο κτίριο της τον Δε­κέμβριο του 1931. Το κτίριο ευρίσκεται σε ημιτελή κατάσταση και απαιτείται η χειρωνακτική εργασία των ίδιων των μαθητών για την αποπεράτωση μέρους των λειτουργικών του εγκαταστάσεων.

Το Δ.Σ. υπ’ αυτές τις συνθήκες ευρίσκεται σε δεινή θέση διότι παρόλο που αυ­ξάνονται οι λειτουργικές ανάγκες, αδυνατεί να εκποιήσει χρεώγραφα λόγω της προκαλούμενης ζημιάς, γι’ αυτόν τον λόγο συνάπτει συμφωνία για δάνειο ύψους 8,000,000 δρχ. με την Τράπεζα της Ελλάδος (απ. 3/1932). Ο Α. Χατζηκυριάκος συ­ναντά τον Πρωθυπουργό ο οποίος υπόσχεται να ενισχύσει το έργο της Σ.Σ.Τ.Ε. και να υποδείξει στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας να της παραχωρηθούν τα χρηματικά πλεονάσματα που προ­κύπτουν από την κατάργηση γυμνασίων και ημι-γυμνασίων.

Το σχολικό έτος 1931-32 τελειώνει με πολλά προβλήματα λόγω της μετεγκατάστα­σης στο νέο κτίριο και της μη συμπλήρωσης των οικοδομικών έργων, γε­γονότα που έχουν αρνητική επίπτωση στην μόρφωση των μαθητών. Για την αναπλήρωση των ελλείψεων, τα μαθήματα παρατείνονται κατά τις θερινές διακοπές (απ. 18/32) και οι τριτοετείς (τελειόφοιτοι) μαθητές υπο­χρεούνται να φοιτήσουν ένα επιπλέον έτος, εγγραφόμενοι δωρεάν αλλά παράγοντας έργο υπέρ της Σ.Σ.Τ.Ε. ως αντιστάθμισμα των εξόδων τους.

Η λήξη του σχολικού έτους όμως συμπίπτει και με ένα ευχάριστο γεγο­νός: την ευγενή δωρεά του βιομηχάνου-μεταλλοπλάστη Αναστασιάδη, ο οποίος δωρίζει στην Σ.Σ.Τ.Ε. την κινητή και ακίνητη περιουσία του καθώς και οίκημα στην Αθήνα, εξοπλισμένο με εργαλεία μεταλλοπλαστικής (απ. 29/1932).

Το σχολικό έτος 1932-33 και το ξένο διδακτικό προσωπικό.

Κατά το νέο σχολικό έτος η Σ.Σ.Τ.Ε. αντιμετωπίζει, εκτός από τα οικονο­μικά προβλήματα, και την αδυναμία της πλειοψηφίας των τελειοφοίτων να εκπληρώ­σουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Προς λύση αυτού του προβλήματος προ­τείνεται (απ.38/1932) η καταβολή κάθε προσπάθειας προς είσπραξη των οφειλο­μένων, ενώ για τους πραγματικά άπορους προ­τείνεται η δυνατότητα να συ­μπληρώσουν τις οφειλές τους παρέχοντας εργασία προς την Σ.Σ.Τ.Ε. Ως έσχατη λύση για τους αδυνατούντες να εκ­πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, προτείνεται να γίνουν αποδεκτοί στη Σ.Σ.Τ.Ε. ως ελεύθεροι μαθητές, χωρίς δηλαδή να είναι γραμμένοι στο μα­θητολόγιο.

Στο πλαίσιο της παροχής κάθε δυνατής βοήθειας στους άπορους και στους οι­κονομικά ασθενέστερους μαθητές, αποφασίζεται η εκπόνηση μελέτης για την ίδρυ­ση οικοτροφείου εντός της Σ.Σ.Τ.Ε. (απ. 42/1932), η δωρεάν σίτιση 50 από­ρων μαθητών (απόφ. 542/33 της εκτελεστικής επιτροπής), η εξαίρεση πλη­ρωμής διδάκτρων για 20 άπορους ή ικανούς μαθητές, και η απονομή χρηματικού βραβείου συνολικού ποσού 10.899,00 δρχ σε 39 μαθητές.

Κατά την διάρκεια της σχολικής χρονιάς 1932-33 συσσιτούνται 160 μα­θητέ,ς γε­γονός που δημιουργεί στην Σ.Σ.Τ.Ε. έλλειμμα 21.938,00 δρχ.

Πρόγραμμα συσσιτίου

Τον Νοέμβριο του 1932, με αφορμή αρνητικά δημοσιεύματα της εφημερί­δας “ΕΣΤΙΑ” σχετικά με την πρόσληψη ξένων υπηκόων για τις διδακτικές ανάγκες της Σ.Σ.Τ.Ε., το Δ.Σ. συσκέπτεται διεξοδικά πάνω σε θέματα που αφορούν την σύνθεση του προσωπικού. (απ. 39/1932).

Με βάση τα πορίσματα της σύσκεψης, συνιστάται να προσλαμβάνονται οι άνερ­γοι αντί των συνταξιούχων ή των κατεχόντων άλλη θέση. Σχετικά δε με τον συντα­ξιούχο προσληφθέντα καθηγητή μαθηματικών κ. Σταμάτη εκ­φέρεται η δικαιο­λογία ότι εκτός του ότι είναι άριστος στα καθήκοντα του, υπηρέτησε στο παρελ­θόν στην Βιοτεχνική Σχολή, και ότι ενώ αμοίβεται με χαμηλές αποδοχές εργάζε­ται πέραν των 48 ωρών εβδομαδιαίως εκτε­λώντας παράλληλα και διοικητικές εργασίες.

Όσον αφορά δε τους ξένους υπηκόους που συγκαταλέγονται στο διδα­κτικό προσωπικό –σε σύνολο 70 καθηγητών- και συγκεκριμένα τον Γ. Τούκανιτς, λιθο­δόμο, ουγγρικής καταγωγής, τον Γ. Εγκλάου, γερμανό υπήκοο και τον Ερ. Χάνε ο οποίος είχε μετακληθεί από την Παπαστρά­τειο Σχολή σαν διευθυντής της, αναφέρεται ότι όλοι είναι άριστοι και μο­ναδικοί στην ειδικότητα τους, και προ­σελήφθησαν μόνον αφότου ήταν αδύνατον να εξευρεθεί κατάλληλος έλληνας. Επίσης η πρόσληψη του ιταλικής καταγωγής αριστεύσαντος μαθητή Πατρώνου, ως αρχιτεχνίτη, είναι νόμιμη σύμφωνα με το καταστατικό της Σ.Σ.Τ.Ε.

Τα προβλήματα σχετικά με την σύνθεση του προσωπικού απασχολούν τη Σ.Σ.Τ.Ε. καθ’ όλη τη διάρκεια του 1933. Οι καθηγητές Δ. Σουρής και Σ. Ξε­νόπου­λος, ύστερα από τις καταγγελίες τους για πρόσληψη ξένων υπηκό­οων και παρα­βίαση των νόμων του κράτους, απολύονται από τη Σ.Σ.Τ.Ε. με απόφαση του Δ.Σ. (απ.5/1933),ο πρώτος με το αιτιολογικό της διοικητικής και διδακτι­κής ανεπάρκειας, και ο δεύτε­ρος με το αιτιολογικό της διανοητικής εξασθένησης.

Τα δημοσιεύματα στον τύπο και οι καταγγελίες των καθηγητών φθάνουν στην Βουλή: ο βουλευτής Σ. Κρεμέζης ζητεί από το Υπουργείο Εθνικής Οι­κονομίας να καταθέσει λεπτομερώς τα στοιχεία που αποδεικνύουν την οικονομική οργάνωση και διαχείριση της Σ.Σ.Τ.Ε.,τον τρόπο πρόσ­ληψης του προσωπικού, τα μέχρι τότε έξοδα, τα έσοδα και τις προμήθειες, καθώς και το ακριβές ποσό που προέκυψε από την εκκα­θάριση της περιουσίας του δωρητή Β. Σιβιτανίδη. Την έρευνα αυτή θα αναλάβει αργότερα με μεγάλο ζήλο ο πρύτανης του Πολυτε­χνείου Λαμπαδάριος, αλλά θα αρνηθεί να την συνεχίσει ο μετέπειτα εκλεγείς πρύτανης Πρωτοπαππα­δάκης. Τα προβλήματα με το προσωπικό της Σ.Σ.Τ.Ε. συνεχίζονται με τις εξής ανακατα­τάξεις : Στις 16/3/33 αποπέμπεται για ανάρμοστη συμπεριφορά ο καθηγητής Ε. Τζωρτζάκης του τμήματος Πλαστικής, ενώ την θέση του απολυθέντος Δ. Σουρή της σχολής Διακοσμητικών Επαγγελμάτων κα­ταλαμβάνει ο Α. Πέππας, Ηλε­κτρολόγος της Ecóle Superieure de Paris «ἐργασθεὶς ἐν Αἰγύπτῳ»,με καθαρό μισθό 3000 δρχ. Στις 27/3/33 προσλαμβάνεται, μετά από συνέντευξη, ο μουσικός Θεόδωρος Σπάθης, διευθυντής του τμήματος μουσικής της Πανεπιστημιακής Λέσχης, για την διδασκαλία του μαθήματος της μουσικής, και ο Ν. Σακελάριος για το μάθημα της χημείας. Επίσης με την απόφαση 19/1933 απολύεται ο καθηγητής διακοσμητικής και ζωγραφικής Λουκίδης διότι εκτελούσε την εργασία του ως πάρεργο, ενώ ο ίδιος κατηγορεί την Σ.Σ.Τ.Ε. ότι δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μαθητών.

Η Σ.Σ.Τ.Ε. παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτικές εταιρείες.

Το Δ.Σ. αποφασίζει να ενισχύσει τον επιχειρηματικό χαρακτήρα της Σ.Σ.Τ.Ε. αποβλέπο­ντας στην εξεύρεση οικονομικών πόρων και ,παράλληλα, στην κατάρτιση και αποζημίωση των μαθητών μέσα από την παραγωγική ερ­γασία σε πραγματικές συνθήκες Σ’ αυτό το πνεύμα η Σ.Σ.Τ.Ε. αναθέτει σε μαθητές την εκτέλεση των εξής ερ­γασιών:

Στις 6/2/33, κατασκευή 16 τρανσφορματέρ ηλεκτρι­κών κωδώνων για την εταιρία Ζαχαρίου

Κατασκευή δύο ζευγών κοπτικών μαχαιριών κατεργασίας ξύλου για λογαριασμό του Κλ. Φιλάρετου.

Στις 27/3/33,κατασκευή μοντέλου καρέκλας για την αίθουσα του Διοικητικού Συμβουλίου ,και καρτοθήκες προσελεύσεως του προ­σωπι­κού της Σ.Σ.Τ.Ε.

 

Η αίθουσα του Διοικητικού Συμβουλίου (Πανοραμική Άποψη)

Στις 26/6/33 42 καθίσματα για λογαριασμό του Παλαιο­ντολογι­κού Μουσείου του Πανεπιστημίου.

Δύο πρέσες δια λογαριασμό του κ. Κουτσουδάκη. Η τιμή πώ­λησης των πρεσών είναι 4.200 δρχ ενώ το κόστος υπολογίζεται σε 2.600 δρχ.

Οι μαθητές, εκτελώντας τις προαναφερθείσες παραγγελίες ιδιωτών και τις διά­φορες τεχνικές εργασίες για τις ανάγκες της Σ.Σ.Τ.Ε., αποζημιώνο­νται οικονο­μικά και καλύπτουν εν μέρει τα δίδακτρα και δικαιώματα[αξία υλικών εκπαί­δευσης] της Σ.Σ.Τ.Ε.

Συγκεκριμένα την περίοδο από 15/9/32 – 31/12/32 δαπανήθηκαν τα κάτωθι ποσά.

Σχολείο

Μηχανουργικών επαγγελ­μά­των και Ηλεκτροτεχνίας

Δομικών επαγγελμά­των και Επιπλοποιίας

Ημερομίσθιο μαθητών

19.997 Δρχ

702 Δρχ

Υλικά

13.755,10 Δρχ

3.119,80 Δρχ

Γενικά έξοδα

5.083 Δρχ

2.107 Δρχ

Σύνολα

38.835,10 Δρχ

5.928,80 Δρχ

 

Η οργάνωση της Σ.Σ.Τ.Ε και το πρόγραμμα διδασκαλίας και εξετάσεων το σχολικό έτος 32-33.

Παρά τις οικονομικές και οργανωτικές δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει η Σ.Σ.Τ.Ε. κατά την τετράχρονη λειτουργία της, στο τέλος του σχολικού έτους 1932-33 ευρίσκεται σε περίοδο οργανωτικής και λειτουργικής ωριμό­τητας. Απασχο­λούνται περίπου 70 καθηγητές, 25 άτομα στο Διοικητικό τμήμα και 12 στο Δια­χειριστικό. Η ακριβής οργανωτική δομή του προσω­πικού με μόνιμο διευθυντή τον Ανάργυρο Ηλιάδη είναι η εξής:

1 ΤΜΗΜΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

2 ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

 

 

 

Α

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

2

Α

ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ

5

Β

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

3

Β

ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ

2

Γ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

15

Γ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΘΗΚΗΣ

3

Δ

ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

5

Δ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ

1

 

 

 

Ε

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΥΣΣΙΤΙΟΥ

1

 

ΣΥΝΟΛΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

25

 

12

3 ΤΜΗΜΑ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ – ΤΕΧΝΙΤΩΝ

1

ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

10

2

ΤΜΗΜΑ ΜΗΧΑΝΟΤΕΧΝΙΑΣ

7

3

ΤΜΗΜΑ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΑΣ

5

4

ΤΜΗΜΑ ΛΙΘΟΔΟΜΩΝ

7

5

ΤΜΗΜΑ ΞΥΛΟΔΟΜΩΝ

4

6

ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΠΛΟΠΟΙΙΑΣ

8

7

ΤΜΗΜΑ ΓΡΑΦΙΚΩΝ – ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ

4

8

ΣΧΕΔΙΑΣΤΗΡΙΟΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

6

9

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΝ ΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ

3

10

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΝ ΜΕΤΑΛΛΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ

2

 

ΣΥΝΟΛΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

56

Στο προπαρασκευαστικό τμήμα εργάζονται οι εξής καθηγητές

ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Μ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΗΣ

ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ

Σ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ

ΚΑΘ. ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

Α. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΚΑΘ. ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ

Κ. ΚΟΡΙΝΑΣ

ΚΑΘ. ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ

Π. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

ΚΑΘ. ΦΥΣΙΚΗΣ

Θ. ΣΠΑΘΗΣ

ΚΑΘ. ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Ι. ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΣ

ΚΑΘ. ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΙΑΣ

Α. ΖΑΜΠΟΥΡΑΣ

ΚΑΘ. ΥΓΙΕΙΝΗΣ

Ν. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΑΘ. ΓΕΝ. ΕΠΑΓΓ.

Α. ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗΣ

ΚΑΘ.ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ

Στα άλλα τμήματα εργάζονται τεχνίτες, εργοδηγοί και βοηθοί εκτός από το Σχε­διαστήριο συμπληρωματικής μορφώσεως όπου εργάζονται οι:

ΣΧΕΔΙΑΣΤΗΡΙΟΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

Μ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΗΣ

ΚΑΘ. ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ

Κ. ΛΑΣΚΟΣ

ΚΑΘ. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Σ. ΚΑΝΤΖΙΚΗΣ

ΚΑΘ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ

Ν.ΔΡΑΚΟΥΛΙΔΗΣ

ΚΑΘ. ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΗΣ ΠΛΑΣΤΙΚΗΣ

Π. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

ΚΑΘ. ΦΥΣΙΚΗΣ

Γ. ΖΟΓΓΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΑΘ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ

Η δομή του προγράμματος διδασκαλίας έχει οργανωθεί ως εξής: τέσσερις ημέρες είναι αφιερωμένες στις πρακτικές ασκήσεις και δύο στην διδασκαλία μαθημάτων θεωρητικής κατεύθυνσης.

Πρόγραμμα σχολής

 

Το πρόγραμμα απολυτηρίων εξετάσεων απαιτεί γνώσεις έμπειρου τε­χνίτη όπως προκύπτει από τα καταγεγραμμένα θέματα εξετάσεων:

Μωσαϊσταί: αποπεράτωση μωσαϊκού δαπέδου ρυθμού Αιγυπτιακού.

Διακοσμηταί: σπατουλάρισμα, ελαιοχρωματισμός και διακόσμησις κατ’ απομί­μισιν ξύλου ή μαρμάρου.

Πλάσται: χάραξις σφραγίδος της Σχολής διαμέτρου 4 εκατοστών, και χά­ραξις επί χαλκού στοιχείων αρχαϊκής, βυζαντινής και αγγλικής γραφής.

Γυψουργοί: παρασκευή φόρμας και εκμαγείου προς κατασκευή κιονό­κρα­νου βυ­ζαντινού ρυθμού, καθώς και σχεδίαση και εκτέλεση εις γύψον ενός συντριβα­νιού, ενός τζακιού και προπυλαίων.

Μαρμαροτεχνίται: σχεδιασμός τζακιού και εκτέλεση με πρόπλασμα πη­λού.

Λιθοδόμοι: κατασκευή περιπτέρου πορτάλ εκ πλινθοδομών, επίχρισμα δι’ ασβε­στοκονίας, σχέδιον εκτελέσεως μιας πλακός δοκού μπετόν.

Ξυλοδόμοι: σχεδιασμός και κατασκευή γραφείου, βιβλιοθήκης, σιφονιέ­ρας, του­αλέτας κυρίας, νιπτήρος κλπ., και σχεδιασμός και προϋπολογι­σμός κουφωμά­των.

Ηλεκτροτεχνίτες: α) οι μαθητές αφού λάβουν σχέδιο διωρόφου κατοικίας θα υποβάλουν προσφορά προς φωτισμόν της κατοικίας με τον ακριβή απολογισμό του προβλεπόμενου φωτισμού στα διάφορα δωμάτια, απολο­γισμό των διατομών των διακλαδώσεων από τον κεντρικό πίνακα, απο­λογισμό της γραμμής συνδέ­σεως του γενικού πίνακος μετά του δικτύου, υπολογισμό κόστους εγκαταστά­σεως κλπ. β) επί πινακίδος μήκους 1,50 και πλάτους 0,40 μ. θα γίνει εγκατάστα­σις τριφασικής γραμμής από χα­λυβδοσωλήνα δια την σύνδεση μετά του δικτύου μέσω κυτίου και γωνίας δύο τριφασικών κινητήρων. γ) σε γραμμή συνεχούς ρεύ­ματος σύνδεση 2, 3, 4 λαμπτήρων με διαφόρους τρόπους δ) υπολογισμός ημερο­μισθίων.

Μετά τις απολυτήριες εξετάσεις του 1932-33 απεφοίτησαν μόνο 57 μαθη­τές όπως φαίνεται από τον παρακάτω πίνακα:

σχολείο

τμήματα

απόφοιτοι

% συνόλου

Διακοσμητικών επαγ­γελμάτων

Διακοσμητών μωσαϊ­στών ζωγράφων

15

26%

Πλάστες

12

21%

Μηχανουργικών επαγ­γελμάτων και ηλεκτρο­τεχνίας

Ηλεκτροτεχνίας

23

40%

Δομικών επαγγελμά­των και επιπλοποιίας

Ξυλοδόμοι

2

4%

Επιπλοποιοί

2

4%

Λιθοδόμοι

3

5%

Σύνολο αποφοίτων=

57

 

Απολογισμός πρώτης περιόδου(16/6/1933)

Κατά την πρώτη τριετία δράσεως του Δ.Σ. (1927-29), έγιναν προπαρα­σκευαστικές ενέργειες για την κατάρτιση των σχεδίων οργάνωσης, εγκα­τάστασης και λει­τουργίας της Σ.Σ.Τ.Ε. χωρίς να καταστεί δυνατή η υλοποίησή τους, ενώ μόλις στο τέλος του 1929 έγινε δυνατή η έναρξη της προσωρι­νής λειτουργίας της Σ.Σ.Τ.Ε. σε ενοι­κιαζόμενο εργοστάσιο στα Πετρά­λωνα με την ίδρυση τριών Σχολείων: Διακο­σμητικών Επαγγελμάτων, Μη­χανοτε­χνικών & Ηλεκτροτεχνικών Επαγγελμά­των, Δομικών Επαγγελμά­των & Επιπλοποιίας. Στα Σχολεία αυτά δεν ήταν δυνα­τόν να συσταθούν όλοι οι απαραίτητοι κλάδοι και τα τμήματα για την ολοκληρω­μένη λειτουρ­γία τους, ούτε να καταρτισθούν και να συμπληρωθούν τα αντί­στοιχα ερ­γαστήρια, με αποτέλεσμα να παρασχεθεί στους μαθητές μόνον προπα­ρασκευαστική στοιχειώδης τεχνική γνώση και μάλιστα θεωρητικής φύ­σεως, ενώ ο σκοπός της Σ.Σ.Τ.Ε. ήταν η εκτέλεση πραγματικών εφαρμο­γών και ασκήσεων.

Ο χώρος του ενοικιαζόμενου εργοστασίου δεν επέτρεπε την επέκταση των συ­σταθέντων Σχολείων, και η συμπλήρωση των προ­σωρινών εργα­στηρίων δεν θεωρήθηκε σκόπιμη δεδομένου ότι μετά από λίγο η Σ.Σ.Τ.Ε. θα με­ταφερόταν στο ιδιό­κτητο κτίριο της.

Το διδασκόμενο αναλυτικό πρόγραμμα της ύλης και των εφαρμογών ήταν ανο­λοκλήρωτο και είχε δυσκολίες στην εφαρμογή του.

Οι αντιξοότητες όμως της πρώτης τριετίας ωφέλησαν διότι το διδακτικό προσω­πικό απέκτησε την απαιτούμενη πείρα, και με την εγκατάσταση της Σ.Σ.Τ.Ε. στο ιδιόκτητο κτίριο της υπήρχε η δυνατότητα εφαρμογής αναλυ­τικών προγραμμά­των διδασκόμενης ύλης και ασκήσεων.

Κατά την δεύτερη τριετία (1930-33) το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμε­τώπισε το Δ.Σ. ήταν η οικονομική πολιτική την οποίαν έπρεπε να ακολου­θήσει, διότι το σύνολο σχεδόν της περιουσίας της Σ.Σ.Τ.Ε. ήταν επενδυ­μένο σε αιγυπτιακά χρεώγραφα τα οποία είχαν υποτιμηθεί λόγω της οι­κονομικής συγκυρίας και ήταν ασύμφορο να εκποιηθούν. Το Δ.Σ. αντιμε­τώπισε το ζήτημα με λελογισμέ­νους συνδυασμούς και έλυσε το πρόβλημα οικονομικής ρευστότητας παρουσιά­ζοντας το ακόλουθο έργο:

Α) Οικοδόμηση κτιρίου: Αφού εκπονήθηκαν τα σχέδια από τους αρχι­τέ­κτο­νες Ε. Κριεζή και Α. Μεταξά ξεκίνησε η οικοδόμηση τον Μάιο του 1930. Μετά από δημοπρασία η εκσκαφή ανατέθηκε στον εργολάβο Ν. Αβρα­μέα και η εξ’ οπλισμέ­νου σκυροδέματος οικοδόμηση στον Ν. Γαβαλά.

Η ακολουθηθείσα οικοδομική πολιτική συνίστατο στην ανάθεση των οι­κοδομι­κών έργων με μειοδοτικό διαγωνισμό, ενώ στην εκτέλεση των δια­φό­ρων έργων συμμετείχαν και οι μαθητές υπό την επίβλεψη των αρχιτε­κτό­νων με σκοπό την πρακτική άσκηση εφαρμογών. Σε διάστημα μόλις δε ενός έτους είχε συντελεσθεί το μεγαλύτερο οικοδομικό έργο και επί επι­φανείας 5040 m2 είχε κτισθεί κτίριο όγκου 49400 m3 και ωφέλιμου χώρου 10300 m2. Το όλο έργο κόστισε 23,000,000 δρχ. χωρίς να συμπεριλαμβάνεται μεταγενέστερη οικοδομική επέκταση στην πλευρά του Μηχανουργείου για κατασκευή μηχανοστασίου, βαφείου και σιδη­ρουργείου.

Β) Εγκατάσταση της Σ.Σ.Τ.Ε. στα νέα κτίρια: Παράλληλα με την ανέ­γερση του κτιρίου έγινε και η εκπόνηση σχεδίων και μελετών της οργά­νωσης και εγκατά­στασης των απαιτούμενων εργοστασίων, εργαστηρίων και λοιπών διαμερισμά­των και παρακολουθημάτων της Σ.Σ.Τ.Ε. Έγινε προμήθεια των απαιτουμένων μηχανημάτων, εργαλείων, σκευών, οργά­νων και λοι­πών ουσιών, καθώς και των απαιτουμένων επίπλων, δια της αναζήτησης προσφορών σε διάφορα εργοστάσια και οίκους του εξωτερι­κού, επιμελη­τήρια και λοιπούς οργανισμούς. Μετά από μελέτη των προ­σφορών το Δ.Σ. εστράφη στην αγορά της Γερμανίας απ’ όπου προμηθεύ­θηκε το εν λόγω υλικό άνευ προμήθειας. Η ακολουθούμενη από την τότε Κυβέρνηση νομι­σματική πολιτική, με την απαγόρευση εξαγωγής συναλ­λάγματος, προ­κάλεσε καθυστερήσεις στην παραλαβή των παραγγελθέ­ντων μη­χανημά­των. Τελικά τα εμπόδια υπερνικήθηκαν και πραγματο­ποιήθηκε η εγκα­τάσταση της πλειονότητας των εργοστασίων και εργα­στηρίων της Σ.Σ.Τ.Ε, με τη συμβολή των ίδιων των μαθητών, οι οποίοι κατασκεύασαν τα περισσότερα έπι­πλα του κτιρίου και συμμετείχαν στα οικοδομικά και χωματουργικά έργα, γεγο­νός το οποίον ωφέλησε οικονομικώς τόσο την Σ.Σ.Τ.Ε. όσο και τους ασκούμενους μαθητές.

Ο τρόπος οργάνωσης των εγκαταστάσεων των εργοστασίων και εργα­στηρίων έγινε βάσει μελέτης, ωστε η χρησιμότητα αυτών να μην είναι αμιγώς εκπαιδευ­τική αλλά και παραγωγική, αφ’ενός για να μην εμποδί­ζεται ο εκπαιδευτικός σκοπός της Σ.Σ.Τ.Ε. και αφ’ετέρου για να προκύ­πτουν οικονομικά οφέλη για την κάλυψη μέρους των ετη­σίων εξόδων, δε­δομένου ότι το κληροδότημα Σιβιτανίδη δεν θα επαρκούσε μελλοντικά στην κάλυψη των δαπανών της Σ.Σ.Τ.Ε..

Τα νέα κτίρια έχουν κτισθεί επί οικοπέδου εκτάσεως 24,000 τ.π., έχουν όγκο 50,000 κ.μ. και 240 διαμερίσματα εκ των οποίων ένα αμφιθέατρο με προβολέα και κινηματογράφο, παρασκευαστήριο φυσικής, μουσείο, αίθουσα εκθέσεων προϊό­ντων τέχνης, βιβλιοθήκη, αναγνωστήριο μαθητών, πρόχειρο ιατρείο, αίθουσα δι­δασκαλίας μουσικής, κυλικείο και χώρους για παιγνίδια.

Η ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση είναι πλήρης, ενώ σε ειδικούς χώρους έχουν εγκατα­σταθεί το μαγειρείο, το εστιατόριο, τα πλυντήρια και οι ιματιοθήκες των μαθη­τών. Εξαιρετική προσοχή έχει δοθεί στον αερισμό και στο φωτισμό των εργοστασίων, εργαστηρίων, σχεδιαστηρίων και αιθουσών διδασκαλίας. Τα δε μηχανήματα των εργαστηρίων είναι από τα πλέον σύγχρονα και παρέχουν την μεγαλύτερη δυ­νατή ασφάλεια για την ζωή και την αρτιμέλεια των μαθητών.

Η διαδικα­σία όμως της μετεγκατάστασης έχει αντίκτυπο στο πρόγραμμα σπουδών, το οποίο καθυστερεί με αποτέλεσμα να υποχρεωθούν οι τελειόφοιτοι του σχολικού έτους 1931-32 να παρακολουθήσουν ένα ακόμη σχολικό έτος, εγγραφόμενοι δωρεάν αλλά παράγοντας έργο υπέρ της Σ.Σ.Τ.Ε. προς αποζημίωση των εξόδων τους.

Γ) Οικονομική πολιτική της Σ.Σ.Τ.Ε.: Με βάση την διαθήκη Σιβιτανίδη το ήμισυ της περιουσίας προορίζετο για την ανέγερση του κτι­ρίου και την εγκατά­σταση της Σ.Σ.Τ.Ε., και το άλλο ήμισυ για την κάλυψη των λει­τουργικών εξόδων, αφού πρώτα μετατραπεί σε ελληνικά χρεώ­γραφα σε χρυσό και κατατεθεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Το Δ.Σ. είχε ξεκινήσει το 1928 την μετατροπή των αιγυπτιακών χρεωγρά­φων σε ελληνικά. Με την υποτίμηση του αιγυπτιακού νομίσματος το 1929 η μετατροπή κατέστη ασύμφορη, η δε μετέπειτα υποτίμηση της δραχμής εξανέμισε την ονο­μαστική αξία της περιουσίας. Το Δ.Σ. αποφάσισε να συ­νάψει δάνειο ύψους 8,000,000 δρχ. με την Τράπεζα της Ελλάδος και να αφήσει ανέγγιχτα τα (υποτι­μηθέντα) χρεώγραφα προσδοκώντας σε μελ­λοντική οικονομική ανάκαμψη.

Οι προαναφερθείσες ενέργειες του Δ.Σ. διαφύλαξαν την πε­ριουσία της Σ.Σ.Τ.Ε. η οποία την 31/5/1933 περιλαμβάνει αιγυπτιακά χρεώγραφα αξίας 80,423,000 δρχ., έπιπλα και υλικά αξίας 4,000,000 δρχ., εγκαταστά­σεις αξίας 5,907,000 δρχ., το ανεγερ­θέν κτίριο αξίας 20,025,000 δρχ., το αγορασθέν οικόπεδο αξίας 2,892,000 δρχ., δωρεές και χρήματα κατατεθει­μένα στην Εθνική Τρά­πεζα. Το σύνολο της περιουσίας, με βάση τις αποτιμήσεις, υπερβαίνει το αρχικό ποσό το οποίο παρέλαβε το Δ.Σ. μετά την εκκαθά­ριση της περιουσίας του διαθέτη στις 23/3/1928· δη­λαδή 202,629 λίρες Αγγλίας ή 121,577,400 δρχ.(με τιμή λίρας 600 δρχ.)

Δ.) Εκπαιδευτική πολιτική: Βασικό μέλημα του Δ.Σ. ήταν να καταρτίσει πλήρες πρόγραμμα στα Σχολεία και τα τμήματα της Σ.Σ.Τ.Ε. για την εκπαίδευση καλών και πειθαρχημένων τεχνιτών. Προς τούτο κατέβαλε με­γάλη προσπάθεια και μελέτησε διάφορα παιδαγωγικά συστήματα καταλήγοντας στο ακόλουθο μοντέλο:.Οι μαθητές έπρεπε να εκτελούν εφαρμογές τουλάχιστον 4 ημέρες την εβδομάδα ενώ τις υπόλοιπες 2 μέρες θα παρείχετο διδασκαλία θεωρητικών τεχνικών γνώσεων σε συνδυασμό με τη διδασκαλία της πολιτικής, ηθικής και φυσικής αγωγής.

Το μετριότατο επί­πεδο γνώσεων των μαθητών, η ανατροφή και οι διάφο­ρες συ­νήθειες τους απασχόλησαν ιδιαίτερα το Δ.Σ. «διότι ἀτυχῶς οἱ μαθηταὶ οὗτοι προερχόμενοι ἀπὸ κοινωνικὰ στρώματα κατωτέρας ἀναπτύξεως, ἔχουσιν ἀνάγκην συστηματικῆς διαπαιδαγωγήσεως καὶ ἠθικῆς διαπλάσεως, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἡ Σχολὴ καὶ τὸν ἕτερον σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔχει, ὄπως παραδώσῃ τούτους εἰς τὴν κοινωνίαν ὄχι μόνον καλοὺς τεχνίτας, ἀλλὰ χρηστοὺς καὶ ἐνάρετους πολίτας. Διὰ τοῦτο τὸ Διοικητικὸ Συμβούλιο δὲν ὠρρώδησε ν’ ἀποδεχθῇ καὶ υἱοθετήσῃ διάφορα ληφθέντα μέτρα τείνοντα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.» …

Ένα άλλο πρόβλημα σχετικό με την λειτουργία της Σ.Σ.Τ.Ε. ήταν η κατάσταση απορίας της πλειοψηφίας των μαθητών, εξ’αιτίας της οποίας εγκατέλειπαν τις σπουδές τους. Πιο συγκεκριμένα κατά το σχολικό έτος 1932-33 από τους 679 εγγεγραμμένους και ελευθέρους[ακροατές] μαθητές οι 90 αναγκά­σθηκαν να εγκαταλείψουν λόγω οικονομικών δυσκολιών. Για την ανα­κούφιση του προβλήματος αυτού το Δ.Σ. καθιέρωσε οικονομικό συσ­σίτιο εντός της Σ.Σ.Τ.Ε., χρηματικά βραβεία και επιχορήγηση των απόρων μα­θητών, και μερίμνησε για την δημιουργία οικοτρο­φείου εντός της Σ.Σ.Τ.Ε., με την προοπτική της προσέλκυσης μαθητών από όλη την Ελλάδα και την «᾿Ανατολή».

Φροντίζοντας για την επαγγελματική κατοχύρωση και αποκατάσταση των απο­φοίτων, το ΔΣ έλαβε την απόφαση να προσλαμβάνει ένα μέρος των αριστούχων ως τεχνίτες στη Σ.Σ.Τ.Ε., και να κατευθύνει τους υπόλοι­πους αποφοίτους στην εξεύρεση της κατάλληλης εργασίας.

Ε.) Διδακτικό προσωπικό: Ένα σημαντικό πρόβλημα το οποίο απασχό­λησε το Δ.Σ. ήταν η επιλογή του κατάλληλου διδακτικού προσωπικού, διότι εκτός της τε­χνικής μόρφωσης ο διδάσκων « δέον νὰ ἔχῃ ἐργοστασιακὴν καὶ ἐργαστηριακὴν πεῖραν, διοικητικὴν καὶ ἐργαστηριακὴν ἱκανότητα, παιδαγωγικὴν μόρφωσιν, ὑπαλληλικὴν συνείδησιν καὶ δεοντολογίαν, νὰ εἶναι παράδειγμα ἐργατικότητας καὶ πειθαρχίας καὶ νὰ ἔχει τὴν ἐμπρέπουσαν συμπεριφορὰν πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ κυρίως ζῆλον καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τὸ καθῆκον»... αλλά «ἀτυχῶς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ὀλίγοι εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς ὅλας τὰς ὡς ἄνω ἰδιότητας, τὰς ὁποίας δέον νὰ ἔχουν».

Επίσης αρκετοί διδάσκοντες παρά τις διδακτικές τους ικανότητες «δὲν ἔχουσι τὸν ἀπαιτούμενο ζῆλον καὶ ἀφοσίωσιν, θεωροῦσι δὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Σχολῆς ὡς πάρεργον».

Για τους λόγους αυτούς το Δ.Σ. ακολούθησε την πολιτική να προσ­λαμβάνει το προσωπικό δοκιμαστικά για ένα μόνον έτος, και να ανανεώ­νει τη σύμβαση μόνο στους εργαζόμενους που αξιολογούσε ως ικανούς. Επίσης καθιέρωσε ένα εργα­σιακό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο οι εργαζόμενοι απασχολούντο τουλάχι­στον 48 ώρες εβδομα­διαίως, εξακολουθούσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά τους θερινούς μήνες, και εδικαιούντο μόνον ένα μήνα άδεια.

Η εφαρμογή του εργασιακού αυτού πλαισίου προκάλεσε πλήθος αντι­δράσεων στο προσωπικό της Σ.Σ.Τ.Ε., διότι πολλοί εξ αυτού κρίθηκαν ανεπαρ­κείς και απολύθηκαν. Μερικοί δε εκ των απολυθέντων ήγειραν αγωγή κατά της Σ.Σ.Τ.Ε. ενώ ένας προσέβαλε την πράξη απόλυσης του στο Συμ­βούλιο της Επικρατείας. Οι ενέργειες αυτές ανάγκασαν την Σ.Σ.Τ.Ε. να αποζημιώσει μερικούς από τους διδάσκοντες διότι το δικαστήριο απεφάνθη ότι οι έκτακτοι ή προσωρινοί υπάλληλοι εξομοι­ούνται προς τους έκτα­κτους δη­μόσιους υπαλλήλους. Προς αποφυγή μιας νέας καταδικαστικής απόφασης εις βάρος της Σ.Σ.Τ.Ε., το Δ.Σ. προέβη στην εμπρόθεσμη καταγγελία της σύμβασης όλου του προσωπικού κατά το σχολικό έτος 1932-33, και αποφάσισε μελλοντικά να λάβει αντί­στοιχα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων της Σ.Σ.Τ.Ε.

Περίοδος δεύτερη: 1933-36.

Η τριετία 1933-36 χαρακτηρίζεται ως η πλέον ώριμη περίοδος της Σ.Σ.Τ.Ε. Έχει παγιω­θεί η εκπαιδευτική πολιτική, έχει αποκτηθεί αρκετή εμπειρία για την αντιμετώ­πιση των οργανωτικών προβλημάτων, έχει ενισχυθεί ο επιχειρησια­κός χαρακτήρας της Σ.Σ.Τ.Ε., υπάρχει σχετική οικονομική αυτάρκεια, τα ελλείμματα είναι μικρά και καλύπτονται από προηγούμενα πλεονά­σματα, ενώ σημειώνεται αυξημένο ενδιαφέρον για σπουδές στην Σ.Σ.Τ.Ε. σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια

Το σχολικό έτος 1933-34.

Το διδακτικό έτος 1933-34 αυξάνεται εντυπωσιακά ο αριθμός των υποψήφιων μαθητών. Το Δ.Σ. αποφασίζει την εγγραφή μόνο 180 μαθητών (απ. 25, συνεδρία 25/8/1933) -δε­δομένου ότι η Σ.Σ.Τ.Ε. δεν έχει τη δυνατότητα να εκπαιδεύσει πάνω απο 700 άτομα- και προσδιορίζει εξ αρχής τον αριθμό των εισακτέων σε κάθε τμήμα χωριστά, διότι στο παρελθόν η Διοίκηση δεχόταν με­γάλες πιέσεις από μαθητές που ήθελαν να φοιτήσουν κυρίως στο μηχα­νουργικό τμήμα.

Επειδή ο δημόσιος χαρακτήρας της Σ.Σ.Τ.Ε. αντιβαίνει προς την καταβολή διδά­κτρων, το Δ.Σ. αποφασίζει την περικοπή τους αλλά αυξάνει την κα­ταβολή των δικαιωμάτων τα οποία αντιστοιχούν στην αξία των υλικών που καταναλώνουν οι μαθητές καθώς και στα εργαλεία και ρούχα που λαμβάνουν. Επίσης αποφα­σίζει την τμηματική καταβολή του ποσού, το οποίο καταβάλλεται άπαξ από τους μαθητές σαν εγγύηση για τις ενδεχό­μενες ζημιές τους και τους επιστρέφεται μετά την αποφοί­τηση τους[39].

 

Για το δεύτερο εξάμηνο το Δ.Σ., λόγω της μεγάλης προσέλευσης υποψη­φίων, αποφασίζει (απ. 35/1933) την αύξηση του αριθμού εισα­κτέων από 180 σε 240, κα­τανέμοντάς τους ως εξής: Το 35% στο τμήμα Μηχανουργών-Ηλεκτροτεχνιτών, το 24% στο τμήμα Ξυλοδόμων-Επιπλοποιών, το 12% στο τμήμα Πλαστικής-Γλυπτι­κής, το 11% στο τμήμα Λιθοδόμων, το 10% στο τμήμα Διακοσμητι­κών επαγγελ­μάτων και το 8% στο τμήμα Μεταλλοπλα­στικής.

Επίσης για την καλύτερη πρακτική εκπαίδευση των λι­θοδόμων το Δ.Σ. αποφασί­ζει (απ. 40/1933) την εγκατάσταση του τμήματος Λιθο­δόμων στο ιδιόκτητο οικόπεδο της Σ.Σ.Τ.Ε., έκτασης 22 στρεμμάτων,το οποίο βρίσκεται δίπλα στις φυλακές Συγ­γρού και σε απόσταση 700 βημάτων από το κεντρικό κτίριο.

Η πτωχή κρατική αρωγή και ο επιχειρησιακός χαρακτήρας της Σ.Σ.Τ.Ε.

Βασικό μέλημα του Δ.Σ. είναι η εξεύρεση οικονομικών πόρων για την συ­ντήρηση της Σ.Σ.Τ.Ε., αλλά δυστυχώς «σημαντικὸν τμῆμα τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ διατίθεται διὰ τὴν κλασσικὴν παιδείαν, τῆς ὁποίας ἡ ἔκτασις εἶναι ἤδη ἀμφιβόλου χρισημότητος, ἴσως δὲ και ἐπιζημία, διὰ τὴν ἐπαγγελματικὴν μόρφωσιν δε διατίθενται ψυχία μόνον τινὰ καὶ ταῦτα ἀποκλειστικῶς σχεδὸν εἰς ἕνα κλάδον αὐτῆς, διὰ τὴν ἐμπορικὴν ἐκπαίδευσιν».

Παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες κυβερνήσεις έχουν αναγνωρίσει την χρησι­μότητα της επαγγελματι­κής κατάρτισης της ελληνικής κοινωνίας «καὶ τὴν ἀνάγκη περιστολῆς τοῦ ἐπιστημονικοῦ πληθωρισμοῦ», η οικονο­μική κρίση οδη­γεί στην περικοπή της κρατικής επιχορήγησης που προ­βλέπεται για την εμπο­ρική εκπαίδευση, και δεν αφήνει περιθώρια ελπί­δων για κρατική ενίσχυση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Από την άλλη μεριά οι πρόσοδοι του κληροδοτήματος Σιβιτανίδη δεν επαρκούν και οποιαδήποτε πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση των μαθη­τών αποκλείεται λόγω του χαρακτήρα της Σ.Σ.Τ.Ε. Ως εκ τούτου το Δ.Σ. αποφασίζει ομόφωνα να καταστήσει την Σ.Σ.Τ.Ε. παρα­γωγική ώστε «τὰ ἐργοστάσια καὶ ἐργαστήρια, παρέχωσιν οὒ μόνον μόρφωσιν εἰς τοὺς μαθητὰς, ἀλλὰ καὶ προσόδους εἰς τὴν Σχολὴν»…δηλαδή παράλληλα με τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα του Ιδρύματος να συνυπάρχει και ο επιχειρησιακός[40].

Προς εφαρμογή του επιχειρησιακού χαρακτήρα της Σ.Σ.Τ.Ε. το Δ.Σ. λαμ­βάνει τις εξής αποφάσεις:

Α). Η μετεγκατάσταση (απ. 40/1933) του τμή­ματος Λιθοδόμων θα έχει πα­ραγω­γικό χαρακτήρα.

Β). Το τεχνικό προσωπικό της Σ.Σ.Τ.Ε. θα λαμβάνει ποσοστό από τις ει­σπράξεις των επιτελουμένων έργων (απ. 10/1934)

Πλαίσιο κειμένου:  Γ). Θα εκπονηθεί μελέτη για την επωφελέστερη αξιοποίηση της περιουσίας της Σ.Σ.Τ.Ε., και θα αλλάξει ο τρόπος διαχείρισης κατάθεσης χρημάτων, καθώς ο λο­γαριασμός της Σ.Σ.Τ.Ε., ο οποίος ήταν στο όνομα του Α. Χα­τζηκυριάκου, αντικα­θίσταται με νέο λογαριασμό στο όνομα του Νομικού Προσώπου της Σ.Σ.Τ.Ε. (απ. 14-15/1934)

Η άδεια εξάσκησης επαγγέλματος των τεχνιτών της Σ.Σ.Τ.Ε.

Οι πρώτοι απόφοιτοι της Σ.Σ.Τ.Ε. αντιμετωπίζουν πρόβλημα επαγγελμα­τικής αποκατάστασης διότι το κράτος, εκτός του ότι δεν τους χορηγεί άδεια εξάσκη­σης επαγγέλ­ματος, δεν τους παρέχει ανα­βολή στράτευσης λόγω σπουδών, και δεν τους προσφέ­ρει την ανά­λογη τεχνική θέση στον στρατό ή στην αεροπο­ρία (συνεδρία 1/7/34).

Για την επίλυση του προ­βλήμα­τος το Δ.Σ. αποφασίζει αφ’ενός να στείλει υπόμνημα στον Πρόεδρο της Κυ­βέρνησης, εκθέτοντας το θέμα και ζητώ­ντας νομοθετική ή διοικη­τική ρύθμιση, καιαφ’ετέρου να ανα­λάβει η ίδια η Σ.Σ.Τ.Ε. την αποκα­τάσταση των αποφοί­των δια της ανάθεσης εργασιών εις αυ­τούς (απ. 45/1934).

Στην αρχή του σχολικού έτους 1934-35 γίνονται ενέργειες για την επέ­κταση των δραστηριο­τήτων της Σ.Σ.Τ.Ε, με την έγκριση δαπάνης ανέ­γερ­σης οι­κοτροφείου (απ. 47/1934), και την απόφαση σύστασης εντός του 1935 Σχολείου Ξενοδοχοϋ­παλλήλων (απ. 51/1934), ενώ λαμβάνεται η από­φαση να δοθεί ευρύτερη δημο­σιότητα στις δραστηριότητες αυτές, με την έκδοση του πρώτου δελτίου της Σχο­λής (απ. 43/1934), το οποίο όμως θα εκδοθεί τελικά στο τέλος του 1935.

Ο νέος οργανισμός του 1935.

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

 

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ

ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΕΙΟΥ ΣΧΟΛΗΣ ΤΕΧΝΩΝ

ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ

 

 

Διάταγμα «Περὶ ἐγκρίσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Δη-

μοσίας ἰδιοσυντηρήτου Σιβιτανιδείου Σχολῆς Τεχνῶν

καὶ Ἐπαγγελμάτων».

 

(Ἀριθ. φύλλ. Ἐφ. Κυβ. 377 τῆς 29 Αὐγούστου 1935).

 

 

 

 

 

ΑΘΗΝΑΙ

ΕΚ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ

1935

Μέχρι το 1935 η Σ.Σ.Τ.Ε. έχει δημόσιο χαρακτήρα, αλλά το κα­θεστώς στο οποίο υπάγεται το διδακτικό και διοικητικό προσωπικό είναι ιδιωτικού χα­ρακτήρα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα στην συνταξιοδό­τηση και στο ύψος των αποδοχών του. Επειδή μάλιστα η σύνθεση των υπηρεσιών και των τμημάτων έχει αλλάξει από την εποχή της εφαρμογής του πρώ­του συσταθέ­ντος οργανισμού της σχο­λής το 1928, απαιτείται πλέον η έκ­δοση νέου οργανισμού ο οποίος να ορίζει τους νέους τίτλους και τις μι­σθολογικές αντιστοιχίες των μονίμων υπαλλήλων της Σ.Σ.Τ.Ε.

Ο ασαφής χαρακτήρας της Σ.Σ.Τ.Ε. περιεπλάκη περισσότερο με την έκ­δοση του νόμου 5981/1933 ο οποίος αφορούσε την υπαλληλική διαβάθ­μιση, μισθο­δοσία και ιεραρχία όλων των κρατικών υπαλλήλων. Ο νό­μος αυτός περιέλαβε και τα Νο­μικά Πρόσωπα Δημοσίου Δι­καίου (Σ.Σ.Τ.Ε.), και τελικά κατήρ­γησε τις υπάρχου­σες αντιστοι­χίες εδρών και θέσεων των υπαλλήλων χωρίς να προβλέψει νέες. Έτσι όλα τα Νομικά Πρό­σωπα, πλην του Πολυτεχνείου και του Πανε­πιστημίου, αντιμετώπισαν προβλήματα με το διορισμό, τη μισθοδοσία, και τη γενικότερη εργασιακή κατάσταση των υπαλλήλων τους, ενώ η Σ.Σ.Τ.Ε βρέθηκε με ανύπαρ­κτη σύν­θεση, και καταργημένες θέ­σεις και έδρες.

Για την επίλυση του προβλήματος εξεδόθη ο νόμος 6304/1935 προς καθο­ρισμό της διαβάθμισης του προσωπικού της Σ.Σ.Τ.Ε., αλλά απεδείχθη πρακτικά ανεφάρμοστος διότι η πραγματική σύνθεση των υπηρε­σιών και των εκπαιδευ­τικών τμημάτων της ερχόταν σε αντίθεση με τον εν λόγω νόμο.

Οι ανωμαλίες αυτές είχαν άμεσο αντίκτυπο στην Σ.Σ.Τ.Ε., καθώς έθιγαν τόσο την υπόσταση του διευθυντή Α. Ηλιάδη όσο και το μέλλον της ίδιας. Το Δ.Σ. προκειμένου να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του Α. Ηλιάδη μέχρι την ολοκλήρωση της οργάνωσης της Σ.Σ.Τ.Ε., και να περιφρουρήσει την μονιμότητα του αλλά και τη συνταξιοδότησή του από εξω­τερικές ενέργειες, είχε ανανεώσει την σύμβαση του για 6 χρόνια (απ. 16/1934) εξισώνοντάς τον μισθολογικά με το γενικό διευθυντή Υπουρ­γείου. Μεμονωμένες όμως ενέργειες δεν έλυναν τα δημιουργηθέ­ντα προβλή­ματα τα οποία απαιτούσαν (συνεδρία 10/7/1935):

  • Τακτοποίηση της υπαλληλικής κατάστασης του προσωπικού.
  • Ρύθμιση του συνταξιοδοτικού θέματος.
  • Παροχή δασμολογικών ατελειών, αντιστοίχων προς τις δημόσιες υπηρε­σίες.
  • Κρατική επιχορήγηση για την αποπεράτωση των εγκαταστάσεων της Σ.Σ.Τ.Ε.
  • Έκδοση νομοθετικού διατάγματος για την προστασία και αναγνώ­ριση των αποφοίτων και των πτυχίων τους.

Τελικά στις 29/8/1935 εκδίδεται ο νέος οργανισμός της Σ.Σ.Τ.Ε. ο οποίος ρυθμίζει την υπαλληλική κατάσταση του προσωπικού της και του παρέχει προνόμια δη­μοσίου.

Η υπαγωγή της Σ.Σ.Τ.Ε. στο υπουργείο Εργασίας και άλλα προβλήματα.

Το φθινόπωρο του 1935 η κυβέρνηση σχεδιάζει νομοσχέδιο περί υπαγωγής της Σ.Σ.Τ.Ε. στο Υπουργείο Εργασίας. Με βάση το μέχρι τότε ισχύον καθε­στώς, η Σ.Σ.Τ.Ε. υπαγόταν στο Υπουργείο Οικονομίας απολαμβάνοντας την πο­λύτιμη συνδρομή των συναφών υπηρεσιών της διευθύνσεως Εμπο­ρίου και Βιομηχανίας. Επίσης η ίδια η Σ.Σ.Τ.Ε. προσέφερε την βοήθεια της στο προαναφερθέν υπουρ­γείο με την ανάληψη μελετών περί τεχνικής εκ­παίδευσης, και συγκεκριμένα με την σύνταξη νομοσχεδίου περί οργάνω­σης της τε­χνικής εκπαίδευσης (συνεδρία 21/5/1935).

Το Δ.Σ. εναντιώνεται στην ένταξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης και ιδιαί­τερα της Σ.Σ.Τ.Ε. στο Υπουργείο Εργασίας (απ. 28/1935), επιχειρημα­τολογώντας αφ’ενός ότι «ὑφίσταται κίνδυνος ἐπηρρεασμοῦ τῆς ἀκολουθούμενης ὑπὸ τοῦ κράτους διὰ τὴν ἐπαγγελματικὴν ἐκπαίδευσιν πολιτικῆς, λόγῳ τοῦ εἰδικοῦ ταξικοῦ περιβάλλοντος τοῦ νέου Ὑπουργείου καὶ ἀπωλείας τῆς ἀντικειμενικότητας ἤτις ἐξασφαλίζεται ἐν τῷ εὐρεῖ περιβάλλοντι τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας», και αφ’ετέρου ότι σε όλα τα προηγμένα κράτη η διοίκηση της επαγγελματικής εκπαίδευ­σης ανατίθεται στις αρμόδιες υπηρεσίες Εμπο­ρίου και Βιομηχανίας ή, για λόγους ενιαίας εκπαίδευσης, στο Υπουργείο Παιδείας και ποτέ στο Υπουρ­γείο Εργασίας.

Το μεγάλο πρόβλημα της οικονομικής αυτάρκειας απασχολεί το Δ.Σ. καθ’ όλη την διάρκεια του 1935. Προς επίλυσίν του πραγματοποιείται μια συνά­ντηση του Α. Χατζηκυριάκου με τον διευθυντή του Υπουργείου Εθνι­κής Οικονομίας Σπ. Τρι­κούπη, ο οποίος υπόσχεται κρατική ενίσχυση στην Σ.Σ.Τ.Ε.(συνεδρία 20/2/1935). Μέχρι το φθινόπωρο του 1935, αν και εντεί­νονται οι ενέργειες του Δ.Σ. για την εξασφάλιση κρατικής ενίσχυσης (απ. 31/1935), οι υποσχέσεις για επιχορήγηση της Σ.Σ.Τ.Ε. και ενίσχυση του συσσιτίου δεν πραγματοποιούνται (συνεδρία 23/10/1935), παρά την ανάληψη του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας από τον φιλικά προ­σκείμενο προς την Σ.Σ.Τ.Ε. Νίκο Κανελλόπουλο. Η Σ.Σ.Τ.Ε. ανα­γκάζεται τελικά να εκποιήσει ομολογίες του προνομιούχου αιγυπτιακού δανείου (απ. 2/1936) προς απο­πληρωμή του δανείου προς την Ε.Τ.Ε. Παράλληλα συ­νεχίζονται οι παρα­γω­γικές δραστηριότητες της Σ.Σ.Τ.Ε. με σκοπό την κά­λυψη των ελλειμμά­των, αλλά το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό λόγω της αδυ­ναμίας πολλών οφειλετών να πλη­ρώσουν τις παραγγελίες τους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και η εφημερίδα Καθημερινή, η οποία οφείλει σημαντικό ποσό από επισκευή λινοτυπικής μηχανής και στην οποία προτείνειται να αναλάβει δημοσιο­γραφική εξόρμηση υπέρ της Σ.Σ.Τ.Ε. για να αντισταθμίσει την οφειλή της (!)

Η κρατική αδιαφορία προς την Σ.Σ.Τ.Ε. εξοργίζει τον Α. Χατζηκυ­ριάκο, ο οποίος (συνεδρία 27/12/1935) δηλώνει την πρόθεσή του να παραιτηθεί, πα­ραμένοντας τελικά στη θέση του μετά από παράκληση του Δ.Σ. Στα προαναφερθέντα προβλήματα προστίθεται και το ζήτημα της μη μονιμοποίησης του προσωπικού της Σ.Σ.Τ.Ε. καθώς και οι προκαλούμενες αντιδράσεις από το γεγο­νός αυτό. Αν και το Δ.Σ. δεν είχε αποκλείσει την μονιμο­ποίηση, μέχρι το 1933 είχε μονιμοποιήσει μόνο 5 ή 6 άτομα μετά από εν­δελεχή δοκιμαστική διαδικασία. Όμως, μετά την δημοσίευση και εφαρ­μογή του νέου οργανισμού της Σ.Σ.Τ.Ε. (29/8/1935) το Δ.Σ. υποχρεούτο να προσ­λάβει όλο το μέχρι τότε προσωπικό, σαν έκτακτο δημόσιο προσωπικό. Το γεγονός αυτό θα ζημίωνε την Σ.Σ.Τ.Ε. και γι’ αυτό το Δ.Σ. αφού κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας ολοκλήρου του προσωπι­κού, ελεύθερο πλέον από κάθε είδους ιδιωτική δέσμευση, το επαναπροσέλαβε με νέα σύν­θεση (απ.5/1936).

Η μορφή της Σ.Σ.Τ.Ε. το 1935.

Η σύνθεση της Σ.Σ.Τ.Ε. το 1935 είναι η ακόλουθη:

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΧΟΛΗΣ

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

  1. Γραφείο Δ.Σ. και Ε.Ε.
  2. Γραφείο Διεύθυνσης
  3. Γραφείο αρχείου & προσωπικού
  4. Γραφείο γραμματείας

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

  1. Λογιστήριο
  2. Γραφείο διαχείρισης υλικού
  3. Ταμείο

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΙΑΣ

  1. Γραφείο προμηθειών
  2. Γραφείο διάθεσης προϊόντων και παραγγελιών
  3. Γραφείο οικοτροφείου – συσσιτίου - πρατηρίου

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΩΝ & ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

  1. Γραφείο κατασκευών
  2. Γραφείο οργάνωσης τεχνικών κα­τευθύνσεων
  3. Γραφείο τεχνικού ελέγχου

Τα εκπαιδευτικά τεχνικά τμήματα έχουν παγιωθεί ως εξής:

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ

ΤΜΗΜΑΤΑ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ και ΚΛΑΔΟΙ ΤΜΗΜΑΤΩΝ

ΧΡΟΝΟΣ ΦΟΙΤΗΣΗΣ

         I.      ΤΜΗΜΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ & ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

 

1 – 3 εξά­μηνα

       II.      ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΑΣ ΜΗΧΑΝΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΩΝ

α. Μηχανουργείο εφαρμογής και παραγωγής εργαλείων και μικρών μηχανών.

β. Σιδηρουργείο και εργοστάσιο σιδηροκατα­σκευών.

7 εξάμηνα

     III.      ΤΜΗΜΑ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΑΣ

α. Εργαστήριο εγκαταστάσεων παροχής και διανομής ρεύματος

β. Εργαστήριο κατασκευής, επιδιόρθωσης και εφαρμογής ηλεκτρικών συσκευών ή μηχανών.

7 εξάμηνα

 

    IV.      ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ

α. Εργοτάξιο λιθοδομών κλπ. και κατασκευής σιδηροπαγούς σκυροδέματος.

β. Εργοτάξιο δομικών τεχνικών [γέφυρες, δρό­μοι κλπ] έργων. (σύσταση στο προσεχές μέλ­λον)

6 εξάμηνα

      V.      ΤΜΗΜΑ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΟΠΟΙΙΑΣ

α. Κλάδος ξυλουργικής. Περιλαμβάνει εργοτά­ξιο βαρείας ξυλουργικής οικοδομών, εργαστή­ριο ξυλουργικής (κουφώματα), εργοστάσιο ξυ­λουργικών μηχανών.

6 εξάμηνα

 

β. Κλάδος επιπλοποιίας και στορεστικής (τα­πετσαρίας). Περιλαμβάνει εργαστήρια σκελε­τοποιίας, τορνευτικής, σκαλιστικής, στορεστι­κής, στιλβώσεως επίπλων, πλεκτικής επίπλων.

8 εξάμηνα

    VI.      ΤΜΗΜΑ ΓΡΑΦΙΚΏΝ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ

α. Κλάδος γραφικών διακοσμητών. Περιλαμ­βάνει εργοτάξιο χρωματουργικών έργων, ερ­γαστήριο κοσμηματογραφίας και εργαστήριο πλακοστρώσεων μωσαϊκών και ψηφιδωτών.

6 εξάμηνα

β. Κλάδος πλαστικής και γλυπτικής διαμόρ­φωσης και διακόσμησης έργων. Περιλαμβάνει εργαστήριο πλαστικής, γλυπτικής, τσιμέντου και εργαστήριο ξυλογλυπτικής.

7 εξάμηνα

γ. Κλάδος μεταλλοπλαστικής και χαρακτικής. Περιλαμβάνει εργαστήρια πλαστικής μετάλ­λων, λευκοσιδηρουργικής, σφυρηλατήσεως με­τάλλων, γαλβανοπλαστικής, χαλκογραφίας, χαρακτικής και διακόσμησης μετάλλων.

7 εξάμηνα

Εκτός των ανωτέρω τμημάτων, η Σ.Σ.Τ.Ε. είχε προγραμματίσει την σύσταση των τμημάτων Αμφιέσεως, Χειροτεχνίας, Επεξεργασίας δέρματος και υποδήσεως, Τυ­πογραφίας και Βιβλιοδετικής, Ξενοδοχίας, Μαγειρικής και Ζαχαροπλαστικής, Κομμωτικής, Κλωστοϋφαντουργίας, Ταπητουργίας, Πλεκτικής, Ελαιουργίας και Σαπωνοποιίας, Οινοπνευματοποιίας, Οινοποιίας και Ζυμοτεχνίας. Όμως μέχρι το 1940 δεν κατέστη δυνατή η σύσταση άλλου τμήματος.

Μορφή και σκοπός της Σ.Σ.Τ.Ε[41].

Η Σ.Σ.Τ.Ε. έχει χαρακτήρα τεχνικής σχολής και περιλαμβάνει εκπαιδευτικά τμήματα για την διδασκαλία σπουδών τεχνών και επαγγελμάτων κατωτέρου επιπέδου, και για την κατάρτιση τεχνιτών τόσο σε θεωρητική όσο και σε πρακτική βάση.

Ο σκοπός της Σ.Σ.Τ.Ε. είναι :

        I.      «Νὰ καταρτίζῃ ἱκανοὺς καὶ μορφωμένους τεχνίτας, εἰς διαφόρους τέχνας, ἐναρέτους δὲ καὶ χρηστοὺς ἕλληνας πολίτας.

     II.      Νὰ συμπληρώνῃ τὴν τεχνικὴν μόρφωσιν τῶν ἀσκούντων ἐν τῇ κοινωνίᾳ τέχνην ἢ νὰ μετεκπαιδεύῃ τοιούτους εἰς ἑτέραν ὁμοιογενῆ τέχνην.

   III.      Νὰ καταρτίζῃ τεχνίτας εἰς ἀρχιτεχνίτας καὶ ἐργοδηγοὺς ἢ νὰ συμπληρώνῃ τὴν τεχνικὴν μόρφωσιν τούτων εἰς τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀσκουμένην τέχνην καὶ εἰς τὰς γενικὰς αὐτῶν γνώσεις.»

Για την εκπλήρωση των παραπάνω σκοπών συστήνονται δύο είδη Σχολείων:

              I.      «Ἀνήκοντα εἰς τὴν βαθμίδα τῆς κατωτέρας τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως - κατώτερα (στοιχειώδη) τεχνικὰ Σχολεῖα ἢ εἰδικὰ Ἐπαγγελματικὰ Σχολεῖα.

           II.      Ἀνήκοντα εἰς βαθμίδα τῆς μέσης τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως.(Μέσαι Τεχνικαὶ Σχολαὶ ἢ Βιομηχανικαὶ Σχολαὶ).»

Τα δύο αυτά είδη Σχολείων προσδιορίζονται ως εξής:

α.) «Εἰς τὰ κατώτερα Τεχνικὰ Σχολεῖα τῆς Σχολῆς, μορφοῦνται καὶ καταρτίζονται οἱ ἀσχολούμενοι ἢ οἱ προοριζόμενοι διὰ τέχνας ἢ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα, τεχνῖται ἢ ἐργάται ὡς καὶ οἱ μαθητευόμενοι τοιοῦτοι ἐν ἐργοστασίοις, ἐργοταξίοις καὶ ἐργαστηρίοις, διὰ συστηματικῆς αὐτῶν ἐργασίας καὶ ἀσκήσεως ἐν τοῖς ἐπὶ τούτῳ συνιστωμένοις εἰς τὰ Σχολεῖα ταῦτα ἐργαστηρίοις ὡς καὶ διὰ συστηματικῆς παροχῆς γενικῶν καὶ εἰδικῶν πρακτικῶν γνώσεων· στοιχειωδῶν εἰς ἕνια τῶν Σχολείων τούτων καὶ ευρυτέρων τοιούτων γνώσεων ἀναλόγως τοῦ διδασκομένου πρακτικοῦ ἐπαγγέλματος ἢ τέχνης.

Εἰς ἕκαστον τῶν ἄνω Σχολείων διδάσκεται εἴτε μία τέχνη ἢ ἓν πρακτικὸν ἐπάγγελμα μετὰ μιᾶς ἢ πλειόνων εἰδικοτήτων εἴτε πλείονες τέχναι ἢ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα ἀνήκοντα λόγῳ συγγενῶν γνωρισμάτων εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τέχνης ἢ ἐπαγγέλματος. Ἡ εἰδικὴ ὁνομασία τῶν κατωτέρων τούτων σχολείων καθορίζεται ἐκ τῆς ὁνομασίας τῆς ἐν αὐτοῖς διδασκομένης ἐπικρατεστέρας τέχνης ἢ πρακτικοῦ ἐπαγγέλματος.

β.) Εἰς τὰς μέσας Τεχνικὰς Σχολὰς τῆς Σχολῆς μορφοῦνται καὶ καταρτίζονται πλήρως διὰ συστηματικῆς ἐργασίας καὶ ἐν τοῖς ἐπὶ τούτῳ συνιστωμένοις ἐν αὐτοῖς ἐργοστασίοις καὶ διὰ παροχῆς θεωρητικῶν καὶ πρακτικῶν γνώσεων ἀνωτέρου κύκλου μετ’ ἀναλόγου πρακτικῆς ἀσκήσεως, οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ δράσωσιν ὡς βιομήχανοι ἢ ὡς ἀρχιτεχνῖται ἢ ὡς ἐργοδηγοὶ.

Ἐν ἑκάστη τῶν Σχολῶν τούτων διδάσκεται εἴτε μία τέχνη ἢ ἓν πρακτικὸν ἐπάγγελμα μετὰ μιᾶς ἢ πλειόνων εἰδικοτήτων, ὧν ἡ ἄσκησις ἀπαιτεῖ θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς γνὼσεις ἀνωτέρου κύκλου μέσης τεχνικῆς μορφώσεως μετ’ ἀναλόγου πρακτικῆς ἀσκήσεως, εἴτε πλείονες τέχναι ἢ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα, ἀνήκοντα λόγῳ συγγενῶν γνωρισμάτων εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τέχνης ἢ ἐπαγγέλματος ἢ εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν κλάδον βιομηχανίας.»

Η Σ.Σ.Τ.Ε. είναι ημερήσια με οκτάωρο πρόγραμμα, λειτουργεί καθ’ όλο το έτος και δέχεται προς φοίτηση αγόρια και κορίτσια[42].

Οι μαθητές καταρτίζονται στην τέχνη τους με θεωρητική διδασκαλία και πρα­κτικές ασκήσεις. Η δε παρεχόμενη μόρφωση είναι γενική και ειδική, και συνί­σταται στην διδασκαλία των εξής μαθημάτων:

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ

α) Υποχρεωτικά

1.) Νεοελληνικά και ηθική αγωγή

2.) Πρακτική αριθμητική και στοιχεία γεωμετρίας και λογιστικής (ιδία υπολο­γι­σμοί κόστους).

3.) Γεωμετρικόν Σχέδιον και στοιχεία Προοπτικής και Παραστατικής Γεωμετρίας.

4.) Ελεύθερον Σχέδιον.

6.) Διακοσμητικόν Σχέδιον.

6.) Γενική Πλαστική.

7.) Φυσική Ιστορία.

8.) Φυσική Πειραματική και στοιχεία Γενικής Χημείας.

9.) Πολιτική Αγωγή και Γενικαί Γνώσεις Επαγγελματίου. (Στοιχεία γεωγραφίας μετ' αναλόγου εξετάσεως πολιτικής ιστορίας τής Ελλάδος, καθήκοντα και δικαιώματα πολίτου, στοιχεία πολιτικής οικονομίας και δημοσιονομίας στοι­χεία επαγγελματικής και εργατικής νομοθεσίας).

10.) Στοιχεία Γενικής και Επαγγελματικής Υγιεινής.

11.) Καλλιγραφία.

12.) Μουσική, θεωρητική και εφηρμοσμένη (ενόργανος και ανόργανος). 13.) Φυ­σική Αγωγή (Γυμναστική και Αθλητισμός) και

14.) Διαλέξεις ηθικοπλαστικού, τεχνικού, κοινωνικού, πολιτικού περιεχομένου κλπ.

β!) Προαιρετικά

Γαλλική Γλώσσα, Αγγλική ή Γερμανική.

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ

1.) Ελεύθερον Σχέδιον ειδικώς δι' έκαστον τμήμα κλάδον τεχνών και τέχνην.

2.) Γεωμετρικόν Σχέδιον ειδικώς ομοίως ως άνω.

3.) Διακοσμητικόν Σχέδιον ειδικώς » »

4.) Τεχνικόν Σχέδιον » » »

5.) Σχέδιον έκτελέσεων και λεπτομερειών ειδικώς δι' εκάστην τέχνην.

6.) Πλαστική ειδικώς δι' εκάστην τέχνην.

7.) Φυσική Πειραματική » »

8.) Αρχιτεκτονικοί Σχεδιάσεις δι' εκάστην τέχνην.

9.) Στοιχεία Χημείας ειδικώς δι' εκάστην τέχνην.

10.) Καλλιγραφία και Ιστορικαί Γραφαί,

11.) Ιστορία Τέχνης ειδικώς κατά τέχνην.

12.) Αίοθητική ειδικώς δι' ώρισμένας τέχνας.

13.) Διακοσμητική Ζωγραφική » » και τεχνολογία αυτής

14.) Διακοσμητική Πλαστική, και Τεχνολογία αυτής ειδικώς δι’ ωρισμένας τέ­χνας.

15.) Ρυθμολογία ομοίως ως άνω.

16.) Διακοσμητική Φυσιογνωσία και Ανατομική ειδικώς δι' ωρισμένας τέχνας.

17.) Σύνθεσις Χρωμάτων και Οξειδώσεις αυτών ειδικώς δι' ωρισμένας τέχνας.

18.) Στοιχειώδεις γνώσεις μετάλλων, κραμμάτων και οξειδώσεις αυτών ειδικώς δι' ωρισμένας τέχνας.

19.) Στοιχειώδεις γνώσεις μαρμάρων και λίθων' ειδικώς δι' ωρισμένας τέχνας.

20.) Στοιχειώδεις γνώσεις ξύλων ειδικώς δι' ωρισμένας τέχνας.

21.) Στοιχειώδεις γνώσεις δερμάτων και υφασμάτων ειδικώς δι' ωρισμένας τέχνας.

22.) Στοιχειώδεις γνώσεις Αρχιτεκτονικής ειδικώς δι' ωρισμένας τέχνας. 23.) Δο­μική Οικοδομών δι' ώρισμένας ειδικώς τέχνας.

24.) Δομήσιμοι Ύλαι ομοίως ως άνω.

25.) Δομική Τεχνικών Έργων ομοίως ως άνω.

26.) Ξυλουργική και Γενική Τεχνολογία αυτής ομοίως ειδικώς δι' ωρισμένας τέχνας.

27.) Επιπλοποιία και Γενική Τεχνολογία αυτής ομοίως ως άνω

28.) Στορεστική και Γενική Τεχνολογίας αυτής ομοίως ως άνω.

29.) Χαρακτική και Γενική Τεχνολογία αυτής ομοίως ως άνω.

30.) Μηχανολογία ειδικώς δι' ώρισμένας τέχνας.

31.) Μηχανοτεχνία ομοίως ως άνω.

32.) Ηλεκτρολογία » » »

33.) Ηλεκτροτεχνία » » »

34.) Στοιχειώδεις γνώσεις Μηχανικής

35.) Ατμομηχανική ομοίως ως άνω.

36.) Μηχαναί εσωτερικής καύσεως ομοίως ως άνω.

37.) Γαλβανοστεγία και Γαλβανοπλαστική και Γενική Τεχνολογία αυτής ειδικώς δι' ώρισμένας τέχνας.

38.) Στοιχεία θεωρητικής Αριθμητικής και Γεωμετρίας ειδικώς δι’ ωρισμένας τέ­χνας.

39.) Επιμετρήσεις, προμετρήσεις, προϋπολογισμοί και απολογισμοί χωριστά κατά τέχνην.

40.) Ειδική Τεχνολογία και Τεχνοτροπία αντίστοιχος και χωριστά κατά τέχνην και ειδικότητα.

41.) Στοιχειώδης γνώσεις Υγιεινής εργοστασίου και περιπτώσεων εργατικών ατυχημάτων κλπ.

Η ειδική μόρφωση εκτός των ανωτέρω συνίσταται και στην εκτέλεση ασκήσεων και εφαρμογών στα αντίστοιχα για κάθε σχολείο εργαστήρια και εργοτάξια της Σχολής.

 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Σ.Σ.Τ.Ε.

Το Μάρτιο του 1936, με αφορμή το άγγελμα του θανάτου του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο αντιπρόε­δρος του Δ.Σ. Ανδρέας Χατζηκυριάκος εξαίρει σε ομιλία του την συνεισφορά του εκλιπόντος καθ’ όσον διάστημα διετέλεσε πρωθυπουργός, διότι «πάντοτε μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος ἤκουε ἡμῖν· βραδύτερον, ἰδιωτεύων, παρηκολούθει τὴν ἐξέλιξιν καὶ πρόοδον τῆς Σχολῆς, ἔγραφε πρὸς ἡμᾶς, ὑπέσχετο συνδρομὴν καὶ παντοιοτρόπως παρεῖχε τὴν ἠθικὴν ἐνίσχυσιν του, καθιστάμενην λόγῳ τοῦ κύρους καὶ τοῦ ἀναστήματος τοῦ ἀνδρὸς οὐ μόνον αἰσθητὴν, ἀλλὰ καὶ πολύτιμον. Χωρὶς νὰ ὑποτιμήσωμεν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν λοιπῶν πολιτικῶν τῆς χώρας ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ παρὰ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου ἐπιδειχθὲν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Σιβιτανίδειον Σχολὴν δὲν ἀπηντήσαμεν παρ’ ἐτέρῳ κυβερνήτη. Διὰ τοῦτο ἡ Σχολὴ ὀφείλει νὰ εἶναι εὐγνώμων καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην της δι’ ἀπονομῆς τῆς προσηκούσης τιμῆς εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἐκλιπόντος ἀνδρὸς.»

Στο ίδιο πνεύμα τοποθετήθηκαν και άλλα μέλη του Δ.Σ. εκδίδοντας ψή­φισμα για τον θάνατο του Ελ. Βενιζέλου (απ.1/1936, συνεδρία 18/3/1936).

Εκτός από τον Ελ. Βενιζέλο, η Σ.Σ.Τ.Ε. προσέβλεπε επίσης στην ηθική συ­μπαρά­σταση του παλινοστήσαντος βασιλέως Γεωργίου Β!, όπως τουλάχι­στον συνάγεται από το ψή­φισμα του Δ.Σ.(απ. 29/1935, συνεδρία 24/11/1935):

«Ὅλοι μας ἀνεξαιρέτως ἐν μιᾷ καρδίᾳ χαιρετίζομεν τὴν ἐγκαινιασθεῖσαν νέαν Ἐθνικὴν περίοδον, ἥν ἐκπροσωπεῖ ἡ Μεγαλειότης σας καὶ ἀγαλλόμεθα διότι αἱ τέχναι καὶ τὰ ἐπαγγέλματα, οἱ ἀπαραίτητοι οὗτοι τῆς λαϊκῆς ἀναπτύξεως παράγοντες, ἀνέκτησαν διὰ τῆς παλινορθώσεως τοῦ Βασιλικοῦ θρόνου τὸν ὑψηλὸν ἐμψυχωτὴν τῶν προσπαθειῶν αἵτινες ἀποβλέπουν πρὸς τὴν καλλιτέρευσιν τῆς Ἑλλάδος».

Αλλαγή προσανατολισμού της Σ.Σ.Τ.Ε.

Το 1936 η παγιωμένη και ώριμη φυσιογνωμία της Σ.Σ.Τ.Ε, αρχίζει να μεταλλάσσεται σταδιακά , αφ’ ενός λόγω του επαπειλούμενου πολέμου, και αφ’ ετέρου λόγω της οικονομικής δυσπραγίας της ίδιας της Σ.Σ.Τ.Ε, η οποία καθιστούσε απαγορευτική την εφαρμογή ενός συνεπούς εκπαιδευτικού τεχνικού προγράμματος.

Τον Απρίλιο του 1936, μία ομάδα ανώτερων αξιωματικών των επιτελείων του Ναυτικού και της Αεροπορίας επισκέπτεται την Σ.Σ.Τ.Ε., με σκοπό να αξιολογήσει τις εγκαταστάσεις της ως προς την δυνατότητα εκπαίδευσης τεχνικών στελεχών και παραγωγής πολεμικού υλικού. Αποκομίζονται άριστες εντυπώσεις και συμφωνείται η άτυπη μεταξύ τους συνεργασία. Το Δ.Σ. μετά από συζήτηση επί του θέματος αυτού καταλήγει στο ότι…«δὲν ἀπομένει κατὰ συνέπειαν ἄλλη λύσις παρὰ ἡ κατεύθυνσις τῆς δράσεως τῆς Σχολῆς πρὸς παραγωγικὴν λειτουργίαν παραλλήλως πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ κατὰ μέθοδον μὴ ἐμφανίζουσαν κινδύνους ζημίας αὐτῆς...ἐξετάζοντες τὴν περίπτωσιν συνεργασίας μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τῶν Πολεμικῶν Ὑπουργείων κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐπιτυγχανομένης ταύτης ἡ Σχολὴ θὰ ἔχῃ νὰ ἐπιτύχῃ σημαντικὴν ὑλικὴν ἐνίσχυσιν ἐκ τῶν ἐργασιῶν αἴτινες θὰ ἀνατεθῶσιν αὐτῇ, ἐνῶ παραλλήλως διὰ καταλλήλου ἐναρμονισμοῦ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ αὐτῆς προγράμματος θὰ δυνηθῇ νὰ καταστῇ φυτώριον καταρτίσεως τεχνιτῶν καταλλήλων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐθνικῆς ἁμύνης τῆς χώρας». Προς υλοποίηση της συνεργασίας, το Δ.Σ. μεθοδεύει τις απαραίτητες συνενοήσεις με τους αρχηγούς των επιτελείων για την λεπτομερέστερη εξέταση του ζητήματος.

Απολογισμός δεύτερης περιόδου(15/7/1936)

Κατά την δεύτερη περίοδο καταρτίστηκε ο νέος οργανισμός ο οποίος αφο­ρούσε την σύνθεση της Σ.Σ.Τ.Ε. Επίσης καθιερώθηκε το σύστημα δοκι­μαστι­κής λει­τουργίας των ιδρυομένων τμημάτων και υπηρεσιών, και το σύστημα δοκι­μαστικής υπηρε­σίας του προσωπικού της Σ.Σ.Τ.Ε., ώστε να απο­φευ­χθεί οποιοδήποτε πρόβλημα οφειλόμενο είτε στην οριστική σύσταση εκπαιδευτι­κών τμημάτων αμφιβόλου ποιό­τητος, είτε στην πρόσληψη τακτικών υπαλ­λήλων ακατάλληλων για την υπη­ρεσία της Σ.Σ.Τ.Ε.

Όσον αφορά την κίνηση των μαθητών, παρουσιάστηκε η εξής κατά­σταση:

ΕΤΟΣ

ΤΑΚΤΙΚΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ

1932-33

551

145

1333-34

630

138

1934-35

609

160

1935-36

640

- - -

Παρά την μεγάλη προσέλευση μαθητών ο αριθμός των πτυχιούχων ήταν μικρός όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΙ ΜΑΘΗΤΑΙ

 

 

1932-33

1933-34

1934-35

ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΑΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ

Διακοσμηταὶ

 

2

1

Χρωματισταὶ

6

 

 

Μωσαϊσταὶ

3

 

 

Κοσμηματογράφοι

4

 

 

Χρωματισταὶ & Σχεδιασταὶ

2

 

 

Κοσμηματογράφοι & Ἀπομιμηταὶ Ξύλου μαρμάρου

 

 

2

Μωσαϊσταὶ Ὑαλογράφοι

 

 

4

Χρωματισταὶ καὶ ἀπομιμηταὶ

 

 

6

ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΑΙ ΠΛΑΣΤΑΙ ΓΛΥΠΤΑΙ ΧΑΡΑΚΤΑΙ

Γυψουργοὶ

3

 

2

Μαρμαρογλύπται

1

 

 

Μεταλλοπλάσται

6

 

 

Χαρᾶκται

 

 

5

Πλᾶσται - Γλῦπται

 

4

 

Μεταλλοπλάσται - Χαράκται

 

9

3

 

Ἠλεκτροτεχνῖται Ἐγκαταστάται

25

6

7

Ἠλεκτροτεχνῖται Κατασκευασταὶ

 

13

10

 

Τορναδόροι, φρεζαδόροι, Σιδηρουργοὶ

 

18

32

ΟΙΚΟ

ΔΟΜΟΙ

Λιθοδόμοι - Κονιασταὶ - Πλακοστρῶται κλπ

11

30

23

 

Ξυλουργοὶ οἰκοδομῶν

3

6

6

Ἐπιπλοποιοὶ

4

 

6

ΣΥΝΟΛΟ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ

68

88

107

Η Σ.Σ.Τ.Ε. προνόησε για την επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοί­των τε­χνιτών, προσλαμβάνοντας ένα μικρό αριθμό αυτών και στρέφοντας τους προς τις ανάγκες των τεχνικών υπηρε­σιών και των πολεμικών Υπουργείων. Οι πολεμικές υπηρεσίες αναγνώρι­σαν το άρτιο επίπεδο της μόρφωσης των απο­φοίτων και άρχισαν να τους προσλαμβά­νουν, ενώ παράλληλα εκδήλωσαν με­γάλο ενδιαφέρον για την παρεχό­μενη τεχνική μόρφωση στην Σ.Σ.Τ.Ε., ώστε οι εξερχόμενοι τε­χνίτες να κα­λύπτουν τις αυξημένες μελλοντικές τους ανάγκες.

Επίσης, η βιομηχανία αναγνώρισε την υπεροχή των εξερχόμενων τεχνι­τών και με προθυμία προσέλαβε το υπόλοιπο μέρος αυτών ώστε να μην υπάρχει άνερ­γος απόφοιτος της Σ.Σ.Τ.Ε.

Στο οικονομικό επίπεδο η Σ.Σ.Τ.Ε. αντιμετώπισε πολλά προβλήματα από την αδυναμία της πλειοψηφίας των μαθητών να αποπληρώσουν τις οικονομικές οφειλές τους, και από την αποτυχία της να εξασφαλίσει επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολο­γισμό, γι’ αυτό και επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στην πα­ραγωγική της λει­τουργία, με τρόπο όμως ώστε να μην «βλάψῃ τὴν ἐκπαίδευσιν» και να μην «ἐμφανίσῃ τὴν Σχολὴν ἀνταγωνιστὴν τῆς βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας τῆς Χώρας». Η ενέργεια αυτή κρίθηκε απόλυτα επιβεβλημένη διότι τα αυξανόμενα ελλείμματα οδηγούσαν «στὸν κίνδυνο ἀνακοπῆς τῆς προσπαθείας ὁλοκληρώσεως τοῦ προγράμματος τῆς Σχολῆς, ἴσως δὲ καὶ ἀναστολῆς τῆς λειτουργίας τμημάτων τινῶν...»

Στον εκπαιδευτικό τομέα η διοίκηση της Σ.Σ.Τ.Ε. συνέχισε την εφαρμογή του προγράμματος που είχε διαμορφώσει στο τέλος της πρώτης περιόδου, μεταφέροντας στα ελληνικά δεδομένα το γερμανικό εκπαιδευτικό πρό­γραμμα DASCHT, το οποίο αποσκο­πούσε «εἰς τὴν ἀφομοίωσιν καὶ συνειδητοποίησιν τῆς ὑπὸ τοῦ μαθητοῦ ἐκτελούμενης ἐργασίας διὰ συγχρονισμοῦ τῆς θεωρητικῆς πρὸς τὴν ἀντίστοιχον πρακτικὴν διδασκαλίαν». Εκτός της συνάφειας του εκπαιδευτικού προγράμμα­τος της Σ.Σ.Τ.Ε. με το αντίστοιχο γερμανικό, εί­χαν αναπτυχθεί και άλλοι δεσμοί ανάμεσα στην Σ.Σ.Τ.Ε. και στο γερμανικό κράτος, με την παροχή από το δεύτερο οικονομικής επιχορήγησης σε μα­θητές ή καθηγητές για μετεκπαίδευση στην Γερμανία[43].

Για την ανάδειξη και την προβολή του έργου της Σ.Σ.Τ.Ε. γυρίζεται μια ταινία η οποία παρουσιάζει τις δραστηριότητες της, και αποφασίζεται (απ. 9/1936) να αποσταλεί στην ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας ώστε να πληροφορηθούν οι έλληνες ομογενείς το πώς έχει αξιοποιηθεί το κληροδότημα Σιβιτα­νίδη. Εν τω μεταξύ το παράδειγμα Σιβιτανίδη βρί­σκει και άλλους μιμητές μεταξύ των οποίων και τον Α. Αναστασιάδη στον οποίο απονέμεται (απ. 14/1936) ο τίτ­λος του δωρητή της Σχολής[44].

Περίοδος τρίτη: 1936-1941

Η περίοδος 1936-41 ταυτίζεται μόνο χρονικά με την μεταξική περίοδο διότι η αλ­λαγή της εκπαιδευτικής κατεύθυνσης και η στροφή της Σ.Σ.Τ.Ε. προς την παρα­γωγική διαδικασία είχε δρομολογηθεί από πριν. Εξ΄ άλλου, η ανάληψη από τον “ισχυρό άνδρα” της Σ.Σ.Τ.Ε. Ανδρέα Χατζηκυ­ριάκο, της θέσης του υπουργού Εθνικής Οικονομίας (θητεία από την 20/8/1936 έως την παραί­τηση του την 20/6/1937) δεν απέδωσε τις προσδοκώμενες ωφέ­λειες στη Σ.Σ.Τ.Ε. Η σύνθεση της εκτελεστικής επιτροπής της Σ.Σ.Τ.Ε. πα­ραμένει αναλλοίωτη από το 1933 και εξακολουθεί να έχει ως εξής:

Αν­δρέας Χατζηκυ­ριάκος, πρόεδρος, Ιωάννης Θεοφανόπουλος, αντιπρόε­δρος και Γεώργιος Λαμπρινάκος, Ευάγγελος Ιατρίδης, Κλεισθένης Φιλά­ρετος, μέλη. Σε γενικές γραμμές η περίοδος 1936-41 χαρακτηρίζεται από την σταδιακή αύξηση των ελλειμμάτων, την χρησιμοποίηση των εργα­στηρίων και εργοστασίων της Σ.Σ.Τ.Ε. για τις πολεμικές ανάγκες της χώ­ρας, και την εκπαί­δευση της πλειο­ψη­φίας των μαθητών της Σ.Σ.Τ.Ε. στα νεοϊδρυθέντα τμή­ματα μηχανικών της Αε­ροπορίας.

Η μεταξική δικτατορία.

Με αιτιολογίες την «κομμουνιστική απειλή», τον κίνδυνο της ακυβερνη­σίας και τον κίνδυνο της «δημοκρατίας[45]» εγκαθιδρύεται η Μεταξική δικτα­τορία την 4/8/1936.

Ο Ιωάννης Μεταξάς αναλαμβάνει εκτός από την Προεδρία, το Υπουργείο Εξωτερικών, τα τρία Πολεμικά Υπουργεία της κυβέρνησης του, και το Υπουργείο Παιδείας, αντικαθιστώντας τον Κ. Γεωργαντά. Για τα εκπαιδευτικά θέματα και ειδικότερα για το γλωσσικό ζήτημα, ο Μεταξάς είχε την άποψη ότι η δημοτική γλώσσα έπρεπε να διδάσκεται στο δημοτικό σχολείο παράλληλα με την καθαρεύουσα στις δύο τελευταίες τάξεις[46]. Όσον αφορά την τεχνική εκπαίδευση δεν υπάρχουν σαφείς εκπεφρασμένες απόψεις του, αλλά η ανάληψη του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας από τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο, το πλέον δραστήριο μέλος του Δ.Σ. και της Εκτελεστικής Επιτροπής της Σ.Σ.Τ.Ε, είναι γεγονός ότι δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες, όπως φαίνεται από την ανακοίνωση του Δ.Σ. την 30/9/1936: «Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σχολῆς καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἵδρυμα αἰσθάνεται ἐξαιρετικὴν εὐχαρίστησιν καὶ συγκίνησιν διὰ τὴν τιμὴν, ἥτις ἀντανακλᾶ καὶ εἰς τὸ ἵδρυμα ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ᾿Α. Χατζηκυριάκου, ἀλλὰ καὶ ἐνθουσιασμὸν διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς πολιτείας, διότι φρονοῦμεν ὅτι ἡ ὑπουργία του θ᾿ ἀποτελέσῃ ἐξαιρετικὸν σταθμὸν διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ τοιοῦτον διὰ τὸ ἡμέτερον ἵδρυμα ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ ὁποίου τυγχάνει, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ παῦσῃ ὁ ἐγνωσμένος ζῆλος του διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἱδρύματος τούτου.»

Τα οικονομικά προβλήματα και το υπουργείο Αεροπορίας.

Η διοίκηση της Σ.Σ.Τ.Ε. έρχεται σε επαφή με το υπουργείο Αεροπορίας, (συνεδρία 23/12/1936) το οποίο δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για την σύ­σταση τμήματος Ηλε­κτροτεχνίας και Ραδιοηλεκτρικού τμήματος καθώς και για την εγκατάσταση ρα­διοφωνικού πομπού στο οικόπεδο της Σ.Σ.Τ.Ε. δίπλα από τις φυλακές Συγγρού.

Επίσης ένα επιτελείο αξιωματικών του Γ.Ε.Σ. εκδηλώνει ενδιαφέρον να χρησι­μοποιήσει τις εγκαταστάσεις της Σ.Σ.Τ.Ε. για την παραγωγή πολε­μικών ειδών (συνεδρία 10, 9/12/1936).

Το ενδιαφέρον των πολεμικών υπηρεσιών για την Σ.Σ.Τ.Ε. συμπίπτει χρο­νικά με μια περίοδο μεγάλης οικονομικής δυσχέρειας, κατά την οποία κρίνεται απαραί­τητη η εκποίηση μέρους των αιγυπτιακών χρεωγράφων, και η σύμπτυξη ή κα­τάργηση τεχνικών τμημάτων της Σ.Σ.Τ.Ε. Το οικονο­μικό αδιέξοδο της Σ.Σ.Τ.Ε. έρχεται να λύσει μία σειρά παραγγε­λιών-προ­τάσεων των Υπουργείων Στρατιω­τικών και Αεροπορίας, τα οποία σε αντάλλαγμα αναλαμβάνουν την χρημα­τοδότησή της. Στη συνεδρία της 1/4/1937 συζητούνται οι προτάσεις:

  1. Περὶ τοῦ δυνατοῦ ἐγκαταστάσεως ὀπλουργείου παρὰ τῇ Σιβιτανιδείῳ Σχολῇ.
  2. Περὶ ἐπισκευῆς, καθαρισμοῦ καὶ συντηρήσεως μηχανημάτων ὀπλουργείου.
  3. Περὶ καταρτίσεως τῶν τεχνιτῶν τῆς Βασιλικῆς Ἀεροπορίας παρὰ τῆς Σιβιτανιδείου Σχολῆς.

Ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος τονίζει την « ὑποχρέωσιν ἣν ἔχει τὸ ἵδρυμα ὡς δημόσιον τοιοῦτον νὰ ἐνισχύσῃ τὸ κράτος ἐν τῇ προσπαθείᾳ του ταύτη καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν, παρέχων οὑτω καὶ γενικοτέραν ὡφέλειαν εἰς τὴν χώραν ἥτις μέγα κέρδος θὰ ἀποκομίσῃ ἐκ τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἐργοστασίου τούτου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν σκοπὸν ὃν ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ ὠς ἐκπαιδευτικὸν ἵδρυμα, ἐφ’ ὄσον πολλοὶ τῶν ἀποφοίτων αὐτῆς θὰ δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῷ ἐργοστασίῳ τούτῳ.» Επίσης τονίζει ότι πρέπει να διατηρηθεί η αυτοτέλεια της Σ.Σ.Τ.Ε. για να μην καταστεί παράρτημα των Πο­λεμικών Υπουργείων.

Το Δ.Σ. συμφωνεί ομόφωνα με τις προαναφερθείσες απόψεις και αποδέ­χεται την πρόταση του Γ.Ε.Σ. για σύσταση εργοστασίου παραγωγής όπλων (οπλουρ­γείου), υπό την προϋπόθεση ότι αυτό θα λειτουργήσει σαν αυτο­τελές εργοστάσιο υπό την διοίκηση του Νομικού Προσώπου της Σ.Σ.Τ.Ε. (απ. 20/1937). Την μελέτη δημιουργίας οπλουργείου αναλαμβάνει αργό­τερα ο διευθυντής του Σχολείου Μηχανοτεχνίας, Ευάγγελος Αποστο­λό­πουλος, προς τον οποίον εκφράζεται η ευ­αρέσκεια του Δ.Σ. (απ. 14/1938) για το αποτέλεσμα της εργασίας του. Παρά το μεγάλο ενδιαφέ­ρον και των δύο πλευρών για την δημιουργία οπλουρ­γείου, δεν προκύπτει από τα πρακτικά του Δ.Σ. η υλοποίησή του.

Το Δ.Σ. αποδέχεται επίσης ομόφωνα την δεύτερη και την τρίτη πρό­ταση(απ. 21,22/1937).

Οι αποφάσεις αυτές σηματοδοτούν την έναρξη μιας στενότερης σχέσης ανά­μεσα στην Σ.Σ.Τ.Ε., το Υπουργείο Αεροπορίας και το Γ.Ε.Σ. Στο εξής η Σ.Σ.Τ.Ε. θα δέχεται τακτικά επισκέψεις από ανώτατους στρατιωτικούς οι οποίοι θα ελέγχουν την πρόοδο των εργασιών της παραγγελίας καθαρι­σμού μηχανημάτων παρα­σκευής όπλων, και θα πιστώνουν ανάλογα τον λογαριασμό της.

Όσον αφορά το θέμα της εκπαίδευσης μαθητών της Σ.Σ.Τ.Ε. με σκοπό να κα­τα­ταγούν σαν κατώτερα τεχνικά στελέχη στην Βασιλική Αεροπορία, προ­τείνεται διάταγμα σύμφωνα με το οποίο το υπουργείο Αεροπορίας θα αναλάβει τις δα­πάνες εγκατάστασης των απαραίτητων εργαστηρίων, και θα καταβάλλει ετη­σίως 24.000 Δρχ για κάθε μαθητή. Εκτός των οικονομι­κών θεμάτων δημιουργού­νται και θέ­ματα πειθαρχικής δικαιοδοσίας διότι οι μαθητές θα λαμβάνουν και στρα­τιωτική εκτός της τεχνικής εκπαίδευ­σης. Το εν λόγω διάταγμα θα εγκριθεί τελικά (απ. 46/1938) στο τέλος του 1938.

Κατάργηση του τμήματος διακοσμητικών επαγγελμάτων και άλλες αλ­λαγές.

Όλες οι προσπάθειες και οι μελέτες της Σ.Σ.Τ.Ε. για την ίδρυση Σχολής Ξενοδο­χοϋπαλλήλων, η οποία είχε προαναγγελθεί ήδη από το 1929, απο­τυγχάνουν, διότι στο τέλος του 1936 ο υπουργός Τύπου και Τουρισμού απο­φασίζει να υπα­γάγει την εν λόγω Σχολή στην άμεση δικαιοδοσία του.

Το 1937 ιδρύεται Σχολείο Ταπητουργίας (απ. 23/1937) μετά από πρόταση του Ελ­ληνικού Ταπητουργικού Οργανισμού, ο οποίος, επιθυμώντας να μορφώσει τε­χνίτες ταπητουργούς, απετάθη στην Σ.Σ.Τ.Ε. αναλαμβάνο­ντας όλες τις απαραί­τητες δαπάνες εγκατάστασης των σχετικών εργα­στηρίων.

Μία άλλη σημαντική αλλαγή στην σύσταση των Σχολείων της Σ.Σ.Τ.Ε. εί­ναι η αναβολή της λειτουργίας του Σχολείου Γραφικών και Πλαστικών Δια­κοσμητι­κών επαγγελμάτων κατά το εαρινό εξάμηνο του 1937. Το Σχο­λείο αυτό ήταν το πρώτο το οποίο ιδρύθηκε σύμφωνα με την διαθήκη Σι­βιτα­νίδη, και διαιρέθηκε στους 3 παρακάτω κλάδους:

 

Α΄ ΚΛΑΔΟΣ

Β΄ ΚΛΑΔΟΣ

Γ΄ ΚΛΑΔΟΣ

Χρωματιστού εν γένει

Γυψουργού

Λευκοσιδηρουργού

Απομιμητού ξύλου και μαρμάρου

Εκμαγέως

Πλάστου ευγενών με­τάλλων

Κοσμηματογράφου

Ξυλογλύπτου

Χαράκτου ευγενών με­τάλλων

Τεχνίτου ψηφιδωτών και υαλογράφου

Μαρμαρογλύπτου

Γαλβανοπλάστου

Σύμφωνα με τις απόψεις του Δ.Σ., το Σχολείο αυτό είχε σκοπό να μορφώ­σει τους μαθητές ως κατωτέρου επιπέδου τεχνίτες στις διακοσμητικές τέ­χνες και επαγ­γέλματα, αλλά το προσληφθέν προσωπικό, παρανοώντας τις προθέσεις του Δ.Σ, ανέβασε το επίπεδο της παρεχόμενης μόρφωσης σε ανώτερο, με αποτελέσματα αντίθετα των προσδοκώμενων. Το Δ.Σ. προ­σπάθησε έγκαιρα να περιορίσει το πρόγραμμα και από το 1932 το Σχολείο αυτό προσέφερε κατώτερο κύκλο μόρ­φωσης. Στο διάστημα αυτό όμως αποδείχθηκε ότι απαιτούντο πολλές και πολύ­πλοκες εγκαταστάσεις, κα­θώς και υψηλής ποιότητας διδακτικό προσωπικό το οποίο ήταν δύσκολο να εξευρεθεί. Παρά την ενίσχυση του τμήματος αυτού με τελειότερες εγκα­ταστάσεις, και παρά την μέριμνα για την πρόσληψη κατάλλη­λου προσωπικού, τα μη ικανοποιητικά αποτελέσματα οφείλοντο στους εξής λόγους (σύμ­φωνα με το Δ.Σ.):

  1. Η ἀπροθυμία τῶν μαθητῶν ὅπως καταταγῶσιν εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο, παρ’ ὅλην τὴν ἐξαιρετικὴν προσπάθειαν ἣν κατέβαλεν ἡ Σχολὴ ὅπως προσελκύσῃ τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν διὰ τὴν λειτουργίαν του.
  2. Ἡ ἀπροθυμία ἣν συνήντησαν οἱ ἐξελθόντες τῆς Σχολῆς ἀπόφοιτοι τοῦ τμήματος τούτου, παρὰ τῇ κοινωνίᾳ διὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματὸς των, τῶν περισσοτέρων τούτων μετὰ δυσκολίας μέχρι σήμερον ἐξευρισκόντων ἐργασίαν, χωρὶς βέβαια μὲ τοῦτο νὰ μὴν ἀναγνωρίζεται τὸ γεγονὸς τῆς ἱκανοποιητικῆς σταδιοδρομίας ἐνίων τούτων. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ κορεσμοῦ τῆς κοινωνίας ἀφ’ ἑνὸς ἀπὸ τεχνίτας ὡρισμένων τῶν ἀνωτέρω εἰδικοτήτων, ὠς π.χ. χρωματιστῶν, ἐκλείψεως δ’ ἀφ’ ἑτέρου παρ’ αὐτῇ τοιούτων ἀναγκῶν λόγῳ ἐξασθενήσεως τῆς τεχντοτροπίας τῶν τεχνῶν τούτων, ἀντικατασταθεισῶν ὑπὸ ἄλλων τεχνῶν, ὡς π.χ. ἡ γυψουργία οἰκοδομῶν, ὡς καὶ τοῦ περιωρισμένου πεδίου τῶν τεχνῶν τούτων ἐν Ἑλλάδι, μὴ δυναμένου ν’ ἀπορροφήσῃ κατ’ ἔτος μεγάλον ἀριθμὸν ἀποφοίτων τοιούτων εἰδικοτήτων.
  3. Ἡ ἔλλειψις ἐνδιαφέροντος, ὡρισμένων κοινωνικῶν παραγόντων διὰ τὴν προαγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ τμήματος τούτου, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκ μέρους ἐνίων καλλιτεχνῶν δυσφήμησὶς του.

Εκτός από αυτούς τους λόγους, οι υπερβολικές δαπάνες συντήρησης ενός τόσο απαιτητικού τμήματος, οι οποίες ανεβάζουν το κόστος ανά μα­θητή στις 12.000 Δρχ ετησίως, το πλήθος των διδασκομένων τεχνών, το αυξη­μένο βάρος της μισθοδοσίας του ειδικού τεχνικού προσωπικού, και η αρνητική αποδοχή των αποφοίτων εκ μέρους της κοι­νωνίας, οδηγούν το Δ.Σ. στην αναστολή της λει­τουργίας του συγκεκριμένου τμήματος, και στην λήψη μέριμνας ώστε να επα­νασυσταθεί στο μέλλον υπό άλλη μορφή. Επίσης αποφασίζεται η ένταξη του ερ­γαστηρίου ξυλογλυπτικής στο τμήμα Ξυλουργικής & Επιπλοποιίας, του εργα­στηρίου χρωματιστών – γυψουργικής – μαρμαρογλυπικής στο Οικοδομικό τμήμα, και η ενσωμά­τωση του τμήματος Μεταλλοπλαστικής – Χαρακτικής στον κλάδο του εκ­παιδευτικού τμήματος Ηλεκτροτεχνίας.

Παρόμοια με τα προαναφερθέντα προβλήματα του Σχολείου Γραφικών και Πλαστικών Δια­κοσμητικών επαγγελμάτων παρουσιάστηκαν και στο τμήμα Οι­κοδομικών και Δομικών έργων. Παρατηρήθηκε έντονη απαξίωση για την κατάταξη στο τμήμα αυτό λόγω της αντίληψης ότι «αἱ τέχναι τῆς οἰκοδομικῆς δὲν ἀπαιτοῦσιν εἰδικὴν μόρφωσιν καὶ ὅτι εἶναι ἐξευτελιστικὰ ἐπαγγέλματα μὴ ἀφιστάμενα τοῦ βάναυσου καὶ χειρωνακτικοῦ. Ἡ ἰδέα ἀφ’ ἐτέρου τῆς, ἐκ τῆς ἀσκήσεως ἄλλων τεχνῶν ἢ τῆς οἰκοδομικῆς, προσκτήσεως μεγαλυτέρων ἀπολαυῶν, μεγάλην ἔσχεν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς ἀντιλήψεως ταύτης, δι’ ὃ καὶ ὁ γονεὺς δὲν ἐδέχετο εὐχαρίστως τὴν κατάταξιν τοῦ υἱοῦ του εἰς τὸ Οἰκοδομικὸν τμῆμα, φθάνων μάλιστα πολλάκις εἰς τὸ νὰ ἀποσύρῃ τὸν υἱὸν του ἐκ τῆς Σχολῆς, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς τοιαύτης κατατάξεως».

Απέναντι στην αρνητική στάση των μαθητών και γονέων τοποθετείται ολόκληρος ο τεχνικός κόσμος, ο οποίος εκδη­λώνει την ανάγκη μορφώσεως τέτοιων τεχνιτών εξ αιτίας του εκτεταμέ­νου πεδίου δράσης των οι­κοδομικών και τεχνικών έργων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Δ.Σ. απασχολού­ντο περίπου 110.000 τεχνίτες στα οικοδο­μικά έργα τα οποία διαρκώς αυξάνο­νταν.

Η αρνητική στάση των μαθητών στην κατάταξη στο Οικοδομικό τμήμα ήταν αντίστοιχη με αυτή που αφορούσε το τμήμα των Διακοσμητικών τεχνών. Τα αποτελέσματα όμως στην επαγγελματική αποκατάσταση δεν ήσαν αντίστοιχα διότι όλοι οι πτυχιούχοι του Οικοδομικού τμήματος βρήκαν «ἐργασίαν ἱκανοποιητικὴν καὶ ὅστις ἐνδιεφέρθη διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς τέχνης του ἀρκούντως ἐσταδιοδρόμησε. Οἱ πλεῖστοι μάλιστα τῶν μαθητῶν τούτων, ὀλίγον χρόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσὶν των ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ἀρχιτεχνῖται καὶ ὼς βοηθοὶ διαφόρων τεχνικῶν γραφείων».

Το Δ.Σ., με δεδομένη την μεγάλη ανάγκη της χώρας για οικοδομικά έργα από καταρτισμένους οικοδόμους, αναδιοργανώνει το πρόγραμμα του Οικοδομι­κού τμήματος με κύριους στόχους την εξεύρεση κατάλληλου διδακτικού προσω­πικού, την κάμψη των απαξιωτικών προκαταλήψεων της κοινωνίας με τη διαβεβαίωση μιας επιτυχημένης επαγγελματικής αποκατάστασης των πτυχιούχων μαθητών, και την οργάνωση του κύκλου σπουδών του τμήματος σε κατώτερο επίπεδο που θα εκπαίδευε τεχνίτες οικοδόμους, και σε μέσο επίπεδο που θα εκπαίδευε αρχιτεχνίτες. Εφαρμό­ζει επίσης οικοδομικό πρόγραμμα, σύμφωνα με το οποίο σε ιδιόκτητη έκταση θα εκτελούνται διάφορα οικοδομικά έργα, θα πωλούνται αντι­κεί­μενα έπ’ ωφελεία της Σ.Σ.Τ.Ε., και θα εκτελούνται συστηματικά εφαρ­μογές καθ’ όλο το έτος, περιορίζοντας τα θεωρητικά μαθήματα στους χειμερινούς μήνες.

Το νέο οικοδομικό πρόγραμμα οργανώνεται ως εξής:

  1. Θα διδάσκονται οι τέχνες του λιθοδόμου, σκυροκονιαστή, κονιαστή, μαρμαρο­γλύπτου οικοδομών, μωσαϊστού, χονδροξυλουργού, χρω­ματι­στού, υδραυλικού, τεχνίτη ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, ξυ­λουργού και σιδηρουργού.
  2. Κάθε εξάμηνο δεν θα περιλαμβάνει περισσότερους από 50 μαθη­τές.
  3. Σε πρώτη φάση θα ιδρυθεί κλάδος Οικοδομικής ενώ αργότερα θα ιδρυθεί κλάδος Τεχνικών έργων.
  4. Οι σπουδές θα διακρίνονται σε κατώτερο και σε μέσο κύκλο.
  5. Το διδακτικό προσωπικό θα διακρίνεται σε ανώτερο, στο οποίο θα περι­λαμβά­νονται και 5 πολιτικοί μηχανικοί, και σε κατώτερο.
  6. Κάθε χρόνο θα ανεγείρεται μια οικοδομή με δαπάνη μέχρι τις 500.000 δρχ καιθα κατασκευάζονται έργα μετά από συμφωνία της Σχολής με Δήμους, Κοινότητες κλπ.[47]

Αλλαγές στο προσωπικό της Σχολής

Το καλοκαίρι του 1936 αποβιώνουν οι Ηλ. Παπαϊωάννου , καθηγητής φυ­σικών και πρώην διευθυντής πρακτικού λυκείου, και Νικόλαος Κανελλό­πουλος.

Την άνοιξη του 1937 προσλαμβάνονται στο τμήμα γενικής μόρφωσης οι καθηγη­τές: Άγγελος Τριανταφύλλου, γεωμετρικού σχεδίου, Β. Σουμού­σης, μαθηματι­κών, Α. Παπαντωνίου, ελληνικών, Γ. Πειρουνάκης, ηθικής αγωγής και θρη­σκευτικών, Κ. Κουλούμπαρδος, ελεύθερου σχεδίου, Γ. Ματαράγκας, πλαστικής, Ν. Αποστολόπουλος, βιοτεχνικής ιστορίας και διαλέ­ξεων, Γρ. Οικονομάκος, γε­νικών γνώσεων επαγγελματία, Κ. Πί­τσιος, γυμναστικής και αθλητισμού, και Ε. Αξελός, μουσικής. Στο τμήμα μηχανοτεχνίας προσλαμβάνονται οι καθηγητές Φ. Παξινός, τεχνι­κών ειδικών μαθημάτων, και Ιωάννης Κατζαίμος, τεχνίτης – εκπαι­δευτής. Στο τμήμα πλαστικών και διακοσμητικών επαγγελμά­των προσ­λαμβάνο­νται ο Γ. Σπηλιόπουλος, αρχιτεχνίτης των εργαστηρίων χωμα­τουργικών έργων και κοσμηματογραφίας, και η Κ. Καντζίκη, τεχνίτρια-εκ­παιδεύτρια των εργαστηρίων ψηφιδωτών και υαλογραφίας.

Το 1939 αποβιώνει ο σύμβουλος Θ. Σκούφος, καθηγητής πανεπι­στημίου, και ο καθηγητής Στ. Σταμάτης, την θέση του οποίου αναλαμβά­νει ο διευ­θυντής σχο­λής μέσης εκπαίδευσης στο Ρέθυμνο, Γ. Μαζαράκης.

Αποσπώνται (συνεδρία 28/6/1939) από το υπουργείο Αεροπορίας στην Σ.Σ.Τ.Ε. ένας τεχνικός Αεροπορίας και 4 αξιωματικοί σαν εκπαιδευτές.

Σύμφωνα με την πάγια πολιτική της διοίκησης της Σ.Σ.Τ.Ε , το σύνολο των προσληφθέντων υπαλλήλων είναι προσωρινό, ενώ η Κ. Καντζίκη φαίνεται να είναι η μοναδική γυναίκα η οποία υπηρέτησε στο δι­δακτικό προσωπικό. Επίσης παρόλο που ο κανονισμός επέτρεπε τη μι­κτή φοίτηση, δεν παρατη­ρείται προσέλευση γυναικών, γεγονός το οποίο υποδηλώνει τον “ανδρικό” χαρα­κτήρα της Σ.Σ.Τ.Ε.

Οικονομική διαχείριση.

Σύμφωνα με τον ισολογισμό της Σ.Σ.Τ.Ε. την 31/12/36 το κεφάλαιο από την κλη­ρονομιά Σιβιτανίδη ανέρχεται στα 100.000.000,00 δρχ. με απόδοση κεφαλαίου 2,8% δηλαδή 2.800.000,00 δρχ. ετησίως, ενώ τα έξοδα ανέρχο­νται στα 10.000.000,00 δρχ.

Στις 8/2/1939 αποφασίζεται η σταδιακή μετατροπή των αιγυπτιακών χρε­ωγρά­φων της εταιρείας υδάτων Αιγύπτου σε ελληνικούς τίτλους, διότι οι τελευταίοι αποφέρουν απόδοση 5% (σε σχέση με 2,8% που ήταν πριν).

Με βάση τον ισολογισμό την 31/12/1939 η κατάσταση είναι η εξής:

Έσοδα από εισοδήματα περιουσίας

3.552.469,00 Δρχ

29%

Εκ διαφόρων πόρων

2.323.000,00 Δρχ

19%

Από κρατική ενίσχυση

3.867.530,00 Δρχ

32%

Από παραγωγή έργου και διάθεση προϊό­ντων τέχνης

2.300.000,00 Δρχ

19%

Σύνολο τακτικών εσόδων=

12.042.999,00 Δρχ

 

Σύμφωνα με τον παραπάνω πίνακα, το 19% των εξόδων καλύπτεται από παρα­γωγή έργου της Σ.Σ.Τ.Ε. Παρ’ όλη την παραγωγική δραστηριότητα της Σ.Σ.Τ.Ε., στη διετία 1937-1939 τα ελλείμματα αυξάνονται από 268.000 Δρχ σε 819.000 Δρχ, και απαιτείται έκτακτη κρατική επιχορήγηση ύψους 1.000.000 Δρχ. (απ. 7/1940)

Η περίοδος 1939-40

Με τη συμβολή των κλάδων Οικοδομικής και Μηχανοτεχνίας της Σ.Σ.Τ.Ε. στη διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων, ολοκληρώνονται οι εργασίες αποπεράτω­σης των νέων ορόφων του οικο­τροφείου το οποίο έχει τη δυνα­τότητα να φιλοξε­νήσει 200 μαθητές. Η λειτουργία του οικοτροφείου θα ανασταλεί με την από­φαση 32/1940 λόγω του επερ­χόμενου πολέμου.

Ο αριθμός των εισακτέων, από 70 που είχε ορισθεί αρχικά (απ. 37/1938), φθάνει τους 235 για την κάλυψη των αναγκών της Β. Αεροπορίας. Προς τούτο δη­μιουρ­γούνται σε πρώτη φάση, με δαπάνες της Β. Αεροπορίας, τα νέα τμήματα Μηχα­νοσυνθετών αεροπορίας και Ηλεκτροτεχνιτών αερο­πορίας με 50 και 20 φοιτητές αντίστοιχα, και σε δεύτερη φάση τα τμήματα: Οπλουργών – Πυροτεχνουργών, Φωτογράφων – Φωτοτεχνιτών, Ραδιοτη­λεγραφητών.

Στα νέα τμήματα διδάσκουν ο τεχνικός Αεροπορίας και οι 4 αξιωματικοί που είχαν αποσπαστεί από το υπουργείο Αεροπορίας στην Σ.Σ.Τ.Ε.

Στις 28/6/1939 (απ. 27/1939) ο αριθμός των μαθητών που θα μεταταχθεί στα ερ­γαστήρια αεροπορίας αυξάνεται στους 250 με τη ακόλουθη αναλο­γία:

Μηχανοσυνθέτες αεροπορίας 145

Ηλεκτροτεχνίτες 40

Οπλουργοί – Πυροτεχνουργοί 35

Φωτογράφοι – Φωτοτεχνίτες 30

Όλες οι προαναφερθείσες αλλαγές καθιστούν σαφή την τροποποίηση της εκπαι­δευτι­κής πολιτικής της διοίκησης της Σ.Σ.Τ.Ε. Η αναστολή του Σχολείου Διακοσμη­τι­κών Επαγγελμάτων, η “αναγκαστική” μετάταξη στα εργαστή­ρια Αερο­πορίας της πλειοψηφίας των μαθητών, η αύξηση του αριθμού ει­σακτέων από 70 στους 120 (απ. 31/1939) και στους 150 την άνοιξη 1940 για τις ανά­γκες της Β. Αεροπορίας, αποδυνα­μώνουν τον αρχικό σκοπό της Σ.Σ.Τ.Ε. αλλά την αποζημιώνουν οικονομικά διότι το κράτος έρχεται να κα­λύψει τα ελλείμματα.

Την άνοιξη του 1940 αποφασίζεται (απ. 38/1940) η ίδρυση και νέου εργα­στη­ρίου για την εκπαίδευση ραδιοτεχνιτών της Β. Αεροπορίας.

Μετά την 28/10/1940 και καθ’ όλη την διάρκεια της πολεμικής περιόδου η σχολή επιστρατεύεται και εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες της Β. Αερο­πορίας.

Οι παράγοντες που οδήγησαν σ’ αυτές τις αλλαγές ήταν η πρόθεση του υπουρ­γείου Αεροπορίας να καταργήσει τις δικές του τεχνικές σχολές για να τις ανα­λάβει η Σ.Σ.Τ.Ε., οι αυξημένες ανάγκες της χώρας λόγω του πολέμου, και η οικονομική δυσπραγία της Σ.Σ.Τ.Ε.

Η γερμανική κατοχή.

Μετά την 24/6/1941 καταβάλλεται προ­σπάθεια να επαναλει­τουργήσει η Σ.Σ.Τ.Ε. και να μην επιταχθεί από τις αρ­χές κατοχής, οι οποίες της προσφέρουν προσωρινά κάποια οικονομικά ανταλλάγματα για την πα­ροχή υπηρεσιών κυρίως σε ξυλουργικές, μεταλλοπλαστικές και ηλεκτρολογικές εργασίες (απ. 20/1941).

Η οικονομική κατάσταση της Σ.Σ.Τ.Ε. καταλήγει σε τραγικό αδιέξοδο και κα­ταρ­γούνται τα τμήματα που προόριζαν τους σπουδαστές για τεχνίτες στην Β. Αερο­πορία.

Τα οικονομικά προβλήματα, η αδυναμία συνέχισης της εκπαιδευτικής λειτουρ­γίας της Σ.Σ.Τ.Ε. υπό το καθεστώς κατοχής, η μερική επίταξη χώ­ρων του οικο­τροφείου για την εγκατάσταση στρατιωτικής γερμανικής μο­νάδας, και η σύ­σταση εργαστηρίου επισκευής αυτοκινήτων στο χώρο της προς εξυπηρέτηση των αρχών κατοχής(απ. 24/1941), δυναμιτίζουν την κα­τάσταση και καθιστούν ανα­πόφευκτη την αναστολή της λειτουργίας της καθ’ όλη την περίοδο της κατοχής.

Μεταπολεμική περίοδος.

Την μεταπολεμική περίοδο, η Σ.Σ.Τ.Ε. αναδιοργανώνεται και επαναλειτουργεί με τα ακόλουθα τμήματα:

  1. Τμήμα γενικής μορφώσεως, τεχνικής προπαιδεύσεως και τεχνικού προσα­νατολισμού. Παρέχει συμπληρωματική μόρφωση γενικών γνώσεων, προπαρασκευάζει τους μαθητές για την ευχερέστερη παρακολούθηση της διδασκαλίας των τεχνικών γνώσεων και τους προσανατολίζει στην επιλογή της κατάλληλης τέχνης, σύμφωνα με την κλίση τους.
  2. Γενικό εκπαιδευτικό τεχνικό τμήμα επεξεργασίας μετάλλων. Περι­λαμβάνει τα ειδικά τμήματα Μηχανοτεχνίας, Θερμικής επεξεργα­σίας μετάλλων, Σιδηρών κατασκευών, Συγκολλήσεων με­τάλλων, Μεταλ­λοπλαστικής, Επισκευής & Συντήρησης αυτοκινή­των και Κατασκευής &Εεπισκευής αμαξωμάτων αυτοκινήτων.
  3. Γενικό εκπαιδευτικό τεχνικό τμήμα ηλεκτροτεχνίας. Περι­λαμβά­νει τα τμήματα Εγκαταστάσεων εν γένει, Εγκαταστάσεων παροχής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, Κατασκευής – Συντη­ρήσεως και Επι­σκευής ηλεκτρικών συσκευών και εν γένει μηχανών, Περιελίξεων, Δοκι­μών και μετρήσεων, Γαλβανοστεγίας.
  4. Γενικό εκπαιδευτικό τεχνικό τμήμα Οικοδομικής και Δομικών έρ­γων. Περιλαμβάνει τα τμήματα Λιθοδομών & Οπτοπλιν­θοδόμων, Κονια­στών, Ξυλοτύπων σιδηρού οπλισμού μπετόν, Μω­σαϊστών, Μαρμαροτε­χνιτών, Χρωματιστών, Σχεδιαστών.
  5. Γενικό εκπαιδευτικό τεχνικό τμήμα επεξεργασίας ξύλου. Πε­ριλαμ­βάνει τα τμήματα Επεξεργασίας ξύλου οικοδομών, Μηχα­νικής επε­ξεργασίας ξύλου, Επεξεργασίας ξύλου δια συνδέσεων και συγκολλήσεων, Επιπλοποιίας, Στορεστικής [ταπετσαρίας], Ξυλο­γλυπτικής, Επεξεργασίας ξύλινων επιφανειών δια στιλβώσεως [λουστραδόροι, ντουκαδόροι].

Ο αρχικός σκοπός της Σ.Σ.Τ.Ε., που ήταν η παροχή κατώτερης και μέσης επαγ­γελματικής μόρφωσης, αλλάζει διότι οι αυξημένες ανάγκες ανοικο­δόμησης και εκβιομηχάνισης της χώρας μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πό­λεμο, απαιτούν την ύπαρξη ειδικευμένων ανώτερων τεχνιτών και εργο­δηγών, γεγονός το οποίο με­ταμορφώνει την Σ.Σ.Τ.Ε. σε σχολή μέσης τε­χνικής εκπαίδευσης. Από το 1965 λει­τουργεί στο χώρο της Ανώτερη Σχολή Ηλεκτρο­νικών. Από την εποχή της υπαγωγής της Ανώτερης Σχολής Ηλε­κτρονικών στο κέντρο Ανώτερης Τεχνικής και Επαγ­γελματικής Εκπαί­δευσης, ΚΑΤΕΕ, Πειραιώς, η Σ.Σ.Τ.Ε. λειτουργεί σαν κέντρο τε­χνικής και επαγγελ­ματικής εκπαίδευσης (Τ.Ε.Ε.).

Πλαίσιο κειμένου:

III. Οι απόψεις της εποχής για την τεχνική εκπαί­δευση και την Σιβιτανίδειο Σχολή.

 

Οι απόψεις του Ελευθέριου Βενιζέλου

Ανάγκη της νεολαίας να στραφεί προς τα πρακτικά επαγγέλματα.

Η ανάγκη της κοινωνίας να στρέψει την νεολαία σε πρακτικά επαγγέλ­ματα εκ­δηλώνεται ήδη από τα τέλη του 19­ου αιώνα, και εκφράζεται σα­φώς με το κίνημα του Γουδί το οποίο συμπίπτει χρονικά με την ανέλιξη των μικρο­μεσαίων αστικών στρωμά­των. Στα αιτήματα του κινήματος όπως διατυπώνονται στην Διακήρυξη του Στρατιωτικού Συνδέσμου (15 Αυγού­στου 1909 ) αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «Ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ποθεῖ ὅπως [...] ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ λαοῦ καταστῇ λυσιτελὴς διὰ τὸν πρακτικὸν βίον τῆς χώρας[48]».

Την άποψη αυτή θα υποστηρίξει ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο λόγο που θα εκφωνήσει στην Αθήνα στις 18/9/1910, μετά την εκλογική του νίκη:

«Γνωρίζετε ποῖα ὑπῆρξαν τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν ἐξέγερσιν τοῦ Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους[...]· Δημοσία ἐκπαίδευσις ἥτις θὰ ἔλεγε τις ὅτι ἔχει κύριον προορισμὸν νὰ ἐκτρέφῃ δι’ ἀνεπαρκοῦς ἄλλως τε μορφώσεως τροφίμους τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνικάνους διὰ κάθε ἄλλο πλουτοπαραγωγικὸ ἐπάγγελμα[49]».

Οι προθέσεις του Βενιζέλου, αν και διατυπώνονται με σαφήνεια κυρίως στους προεκλογικούς του λόγους, καθυστερούν να υλοποιηθουν. Το κυρίαρχο βέβαια θέμα που τον απασχολεί είναι το γλωσσικό ζήτημα, με την καθιέρωση της δημοτικής αρχικά στο δημοτικό σχολείο. Η καθιέρωση της δημοτικής δεν ολοκληρώνεται εξ’αιτίας της ήττας του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920. Παρ’ όλα αυτά η δεκαετία 1910-20 χαρακτηρίζεται από την προοδευτική τάση των νομοσχεδίων του 1913 που στόχευαν σε

«Λαϊκὸ σχολειὸ ἑξάχρονο, χτύπημα τῆς προγονοπληξίας, τοῦ ψευτοκλασικισμοῦ καὶ τῆς μονομέρειας τῆς Μέσης Παιδείας, εἰσαγωγὴ τῶν πραγματικῶν [εννοεί τα έχοντα πρακτικό προσανατολισμό] σχολείων, ὀργάνωση τῆς ἐπαγγελματικῆς παιδείας, λύση τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος[50]».

Το 1929, το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου επανα­λαμβάνει την προσπάθεια να μεταρρυθμίσει το εκπαιδευτικό σύστημα προβάλλοντας ότι «αἱ πολεμικαὶ περιπέτειαι τοῦ Ἔθνους ἡμῶν καὶ αἱ συνέπειαι τοῦ παρεμπεσόντος παγκοσμίου πολέμου[51]» ήταν η αιτία της καθυστέρησης.

Στα προτεινόμενα νομοσχέδια διατηρείται το ίδιο πνεύμα που είχε εκ­φρασθεί 15 χρόνια νωρίτερα, αλλά σε αντίθεση με την μεταρρύθμιση του 1913, προκύπτει μια σειρά νομοθετημάτων που σημαδεύουν βαθιά την εξέλιξη των πραγμάτων όπως η κατάργηση του Ελληνικού Σχολείου, και η καθιέρωση εξάχρονου δημο­τικού σχολείου και εξάχρονου γυμνασίου.

Σε γενικές γραμμές εδραιώνεται το νομοθετικό πλαίσιο που θα επιτρέψει στο εκπαιδευτικό σύστημα να αναπτυχθεί με ένα τρόπο ορθολογικό και εκσυγχρο­νισμένο. Αυτό ήταν απαραίτητο για να εξυπηρετηθούν οι ανά­γκες της νέας κοι­νωνίας, που εκφράζονται αρχικά από το κίνημα του Γουδί και ωριμάζουν στο τέ­λος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, με την πρόσκτηση των νέων χωρών και τον εδαφικό διπλασιασμό της Ελλάδας, με την ενδυνάμωση του ελληνικού στοι­χείου από την άφιξη 1.500.000 μι­κρασιατών προσφύγων, και παράλληλα με τις οικονομικές αλλαγές στο διεθνές νομισματικό σύστημα[52].

Αυτές όμως οι δομικές αλλαγές ,οι οποίες θέτουν για πρώτη φορά το αί­τημα για μια Ελλάδα με βιομηχανία και βιοτεχνία, και προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός εργα­τικού δυναμικού με βιομηχανική συνείδηση και τεχνικές γνώσεις, οδηγούν προοδευτικά στην κατάργηση του στερεότυπου της “απαξίωσης της χειρωνακτικής εργασίας”, και στην ίδρυση τεχνικών σχολείων, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τις εκφωνηθείσες ομιλίες του Ελ. Βενιζέλου.

 

‘Ομιλία προς την Φιλελευθέρα Νεολαία: 17 Φεβρουαρίου 1929.

«Ἐὰν ἔχετε ἀδελφοὺς , ἢ ἄλλους νεώτερους φίλους, τοὺς οποίους ἠμπορεῖτε νὰ ἐπηρεάσετε εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ σταδίου των, σπρώξετέ τους μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς σας εἰς τὰ πρακτικότερα ἐπαγγέλματα.

Ἀντιδράσατε μὲ ὅλην σας τὴν ψυχὴν κατὰ τῆς ἀπηρχαιωμένης πλέον καὶ

αὐτόχρημα καταστρεπτικῆς ἀντιλήψεως, ὅτι εὐγενὲς στάδιον εἶναι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ὁ νοῦς διευθύνει τὴν γραφίδα, ἢ τὴν μήλην, ἢ τὸν διαβήτην, ἢ τὰ ἄλλα ἐκείνα ὄργανα τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτοῦν καὶ καταβολὴν μυϊκῆς δυνάμεως.

Ἀφοῦ ἐξαιρέσετε τοὺς ὁλιγίστους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰς κορυφὰς τῶν κακῶς ὁνομαζομένων ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτελοῦν οὔτε τὸ δέκατον βεβαίως τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ ἐπαγγέλματα ταῦτα, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι πολὺ ὁλιγώτερον χρήσιμοι καὶ εἰς ἐαυτοὺς καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὸν καλὸν ἐργάτην τῆς γεωργίας, ἢ τῆς βιομηχανίας, ἢ τῆς βιοτεχνίας.

Καὶ, πιστεύσατὲ με, εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἡμέρας, ἢ μᾶλλον ἐξημέρωσεν ἤδη ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μορφωμένοι ἐργάται , οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦν τὸν νοῦν των, ὁπως διευθύνουν καλύτερα τὴν λεγομένην χειρωνακτικὴν ἐργασίαν των, θὰ κατέχουν καὶ κοινωνικῶς ἀνωτέραν θέσιν ἀπὸ τὰ ἐννέα δέκατα τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ ἐλευθέρια λεγόμενα ἐπαγγέλματα.»

 

Επιβάλλεται να τραπούν οι νέοι προς το πρακτικά επαγγέλματα .

[συνομιλία του με τον απεσταλμένο του «‘Ελ. Βήματος» ‘Ελευθ. Κοτσαρί­δαν στο πλοίο, κατά την επιστροφή εκ των εορτών του Μεσολογγίου.]

«Έλεύθερο Βήμα», 30ή Απριλίου 1929.

«Ὅταν ἀπεῖχον τῆς ἐνεργοῦ πολιτικῆς ζωῆς ἡ σκέψις μου ἦτο νὰ κατέλθω εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ ὀργανώσω ἕνα σύλλογον μὲ σκοπὸν νὰ προπαγανδίζῃ συστηματικῶς τὴν τροπὴν τῶν νέων εἰς τὰ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα.

Ἐγὼ προσωπικῶς, θὰ ἔβλεπα, εὐχαρίστως καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Γυμνασίων, προκειμένου εἰς τὴν θέσιν των νὰ ἱδρυθοῦν ἐπαγγελματικαὶ σχολαὶ πρακτικῆς μορφώσεως.»

 

Ή τεχνική εκπαίδευση.

[ Στην συζήτηση του νομοσχεδίου περί στοιχειώδους εκπαιδεύσεως. ]

Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής.— Συνεδρίασις 2ας Ιουλίου 1929.

«... Νομίζω προτιμώτερον, νὰ μὴ κάμωμεν δέκα σχολεῖα παραπάνω καὶ νὰ κάμωμεν τὸ σχολεῖον τῆς τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως.»

 

Επαγγελματική εκπαίδευση.

[Στην ομιλία του προς το Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονί­κης κατά τις παραμονές των εκλογών]

«Ελεύθερον βήμα» 1ης Μαρτίου 1933.

«... Ἐπελήφθημεν τῆς ὀργανώσεως τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπαδεύσεως, γνωρίζοντες τὶ ἀγαθὰ ἠμποροῦμεν νὰ προσδοκῶμεν ἀπὸ αὐτὴν.»

 

[ Ομιλεί περαιτέρω για την Σιβιτανίδειο Σχολή, από την οποίαν προσ­δοκά τη δημιουργία στελεχών για την ευρύτερη οργάνωση της επαγ­γελματικής εκπαι­δεύσεως.]

Οι απόψεις του Γληνού[53] για το εκπαιδευτικό σύστημα και την κλασική εκπαίδευση

(από την συνέντευξη του Δημήτρη Γληνού στον Κωστή Μπαστιά στο περ.’’Εβδομάς’’ 24/10/1931)

Καθώς βλέπετε, δεν μπορούμε να μιλάμε για μεταρρύθμιση ούτε για σχολεία εργασίας όταν η τριγλωσσία σκοτώνει τις παιδικές δυνάμεις, όταν το παιδί είναι υποχρεωμένο να μάθει ένα φόρτο που είναι όλως διό­λου περιττός στη ζωή του.

Πώς νομίζετε ότι πρέπει να γίνεται η κλασσική εκπαίδευση;

Υπάρχουν δύο τρόποι ν’ αντικρίσει κανείς το ερώτημα σας. Αν το δῶ σαν παιδα­γωγός αστός, θα σας π ότι το κράτος έχει υποχρέωση να ελαττώ­σει τον αριθμό των κλασσικών γυμνασίων και από εκατόν σαράντα που είναι να τα κάμει μόνο πενήντα. Στην Γερμανία, χώρα πολύ πιο πολιτι­σμένη από εμάς, οι μαθητές στα κλασσικά γυμνάσια μόλις φτάνουν το τρία τα εκατό του αριθμού των μαθητών που φοιτούν στην δημοτική εκ­παίδευση. Εδώ, ξεπερνά ο αριθμός αυτός το δέκα τα εκατό. Το κράτος αντί να έχει τόσα γυμνάσια, ας μετατρέψει πολλά απ’ αυτά σε επαγγελματικά σχολεία, σαν τη Σιβιτανίδειο και την Παπαστράτειο, σε δα­σικές, σε γε­ωρ­γικές σχολές και σε σχολεία που να βγάζουν ψαράδες με κάποια συ­στη­ματική και επιστημονική γνώση αλιείας. Αντίς όμως να κάμει αυτά, δη­μι­ουργεί αδιάκοπα γυμνάσια που βγάζουν μαθητές ακατάρτιστους και στα πιο απλά πράγματα, με κακή γνώση τριών γραμματικών. Και αυτό το λέμε εκπαί­δευση. Σαν αριστερός παιδαγωγός, θα σας έλεγα ότι το σύ­στημα που έχομε έχει ολότελα καταργηθεί.

-Να λείψει η κλασσική παιδεία;

Να λείψει [η κλασσική παιδεία]. Δεν πρέπει διόλου να μας τρομάζει το πράγμα. Είναι μια εγχείρηση που δίχως αυτήν το παιδί δεν θα πάρει απάνω του. Ύστερα, γιατί να γελιόμαστε οι ίδιοι και να μην αντικρίζομε θαρρετά την πραγ­ματικότητα; Ξέρετε κανένα μαθητή γυμνασίου που να κατάφερε ποτέ να μπει στο πνεύμα του κλασσικού πολιτισμού, να χαρεί την ομορφιά ενός ποιητή, να νοιώσει το τραγικό ρίγος από μια τραγωδία; Έχω την εντύπωση λοιπόν πως άδικα παιδεύεται. Η εκπαίδευση του κλασσικού τύπου κι εδώ κι όξω είναι εκπαί­δευση για αργούσες κοινωνικές τάξεις , «oisives»[54] κι όχι για εργαζόμενες. Δεν πα­ρασκευάζει εργαζόμε­νους ανθρώπους, αλλά αργόσχολα κοινωνικά παράσιτα. Βγάζει φουρνιές-φουρνιές, ανθρώπους τάχα μορφωμένους κλασσικά, και στην ουσία οι νέοι αυτοί όχι μόνο κλασσικό πολιτισμό δεν ξέρουν, όχι φυσική, όχι γεω­γραφία της πατρίδας τους, αλλά ούτε τη γλώσσα τους για να συντάξουν μια έκ­θεση ή μια αναφορά. Τον αρχαίο τραγικό ποιητή ο κόσμος ο εργα­ζόμενος μπορεί να τον γνωρίσει στο θέατρο, σε διαλέξεις, ζωντανεμένον από το στόμα μεγάλων ηθοποιών κι όχι κακοποιημένον από το μυαλό των ανθρώπων που δεν τον βλέ­πουν παρά σαν γραμματικό και συντα­κτικό τύπο. Και την σκέψη των φιλοσόφων σε εκλαϊκευτικές εκδόσεις.

Το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο και η σχέση του με την Σιβι­τα­νίδειο Σχολή

Το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο είχε άμεση σχέση και λόγο στην ίδρυση και πορεία της Σ.Σ.Τ.Ε, λόγω της συνάφειας των προσηρτημένων σχολείων με την Σ.Σ.Τ.Ε., λόγω του άμεσου ενδιαφέρο­ντος του ΕΜΠ για την κα­τώτερη βιομηχανική και τεχνική εκπαίδευση, και λόγω του ελέγχου που ήθελε να ασκεί στην εκπαιδευτική και επαγγελμα­τική ιεραρχία. Σύμφωνα με το κατα­στατικό της Σ.Σ.Τ.Ε., εκ­πρόσωποι του ΕΜΠ εκλέγονταν στο Διοικη­τικό Συμβούλιο. Στα πρακτικά της Συγκλήτου του ΕΜΠ καταγράφονται οι ακό­λουθες αναφορές στην Σ.Σ.Τ.Ε. :

Πράξη 12η, 19-11-1921. Υπόμνημα της Συγκλήτου στο Υπουργείο σχετικά με τη εξαίρεση του Πολυτεχνείου από την επιτροπή που σύστησε το Υπουργείο των Οικονομικών για τη διαχείριση του κληροδοτήματος Σιβι­τανίδη. Ο Γουναράκης που συνέταξε την επιστολή θεωρεί το Πολυτεχνείο τον κατ’ εξοχήν αρμόδιο θε­σμό για να εισηγηθεί σχετικά με την ορθή αξιοποίηση του κληροδοτήματος. Ο Σιβιτανίδης στη διαθήκη του αναφέ­ρει ρητά ότι επιθυμεί το κληροδότημα του να χρησιμοποιηθεί για την ίδρυση «Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων». Ο Γουνα­ράκης επιχειρώ­ντας να διερμηνεύσει το πνεύμα του εκλιπόντος καταλήγει ότι αυτό θα εκφρασθεί σωστά εάν, με την αξιοποίηση των χρημάτων που κληροδό­τησε ο εκλιπών, ιδρυθούν σχολές βιομηχανικής εκπαίδευσης και όχι γε­ωργικές, δασικές ή εμπορικές σχολές

Πράξη 27η, 3-11-1922. Η Σχολή των Πολιτικών Μηχανικών (Γκίνης) ειση­γείται την υπαγωγή των Προσηρτημένων Σχολείων στη Σ.Σ.Τ.Ε. Το επιχείρημα εί­ναι και πάλι ότι η Σύγκλητος δεν είναι σε θέση να ασκήσει επαρκή εποπτεία, και ότι εν πάση περιπτώσει και η διεθνής πρακτική δεν υποδεικνύει παραδείγματα υπαγωγής των κατωτέρων τεχνικών σχολών σε πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ο Γκίνης κάνει επίσης λόγο και για το πλούσιο κληροδότημα του Σιβιτανίδη, το οποίο θα λειτουργούσε ευεργε­τικά για την ανάπτυξη των Σχολείων, στην περί­πτωση της ένταξής τους στο νέο τεχνικό ίδρυμα «κατωτέρας τεχνικής μορφώ­σεως». Την κατάρ­γηση του Σχολείου των Εργοδηγών Μηχανολόγων – Ηλεκτρο­λόγων ειση­γείται επίσης και η Σχολή Η\Μ. Οι προτάσεις αυτές γίνονται στο πνεύμα των οικονομικών περικοπών, της έπ’ αόριστον αναβολής πλήρωσης κε­νών εδρών, και της συγχώνευσης εδρών που ζητά το Υπουργείο.

Ο Σύλλογος Καθηγητών των Προσηρτημένων Σχολείων σε έκθεσή του προς τη Σύγκλητο εμφανίζεται αντίθετος στην οποιαδήποτε περικοπή έδρας, θεωρώντας την εκ προοιμίου επιζήμια για τη μόρφωση που παρέ­χουν αυτά τα Σχολεία. Για να ενισχύσουν μάλιστα τη πρότασή τους επι­καλούνται το πολύ χαμηλό κόστος λειτουργίας τους. Συγκεκριμένα ανα­φέρουν ότι από τους 12 μισθοδοτούμενους από τα Προσηρτημένα Σχολεία καθηγητές, οι 7 πληρώνονται με επιμίσθιο, ήτοι λαμβάνουν από 150 έως 300 δραχμές το μήνα. Οι υπόλοιποι 5 που πληρώνονται με κανονικό μι­σθό, έχουν βαθμό γραμματέα Α’ τάξης και λαμβάνουν μηνιαίως από 600 έως 675 δραχμές. Η δαπάνη του κράτους αξιολογείται ως ελάχιστη συ­γκριτικά με τις υπηρεσίες που τα Σχολεία αυτά προσφέρουν.

Πράξη 12η, 27-7-1926. Εκλογή εκπροσώπων του Πολυτεχνείου στο Δ.Σ. της Σ.Σ.Τ.Ε. Τακτικοί εκλέγονται οι Θεοφανόπουλος και Βέης και έκτακτοι οι Λαμπαδάριος και Δοανίδης.

 

Άρθρα και σχόλια από το περιοδικό «ΕΡΓΑ» του Τεχνικού Επι­με­λητηρίου Ελλάδος.

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 15/5/1928:

Γίνεται αναφορά στην επιλογή χώρου πλησίον του ηλεκτρικού σταθμού Καλλιθέας για την ίδρυση της Σ.Σ.Τ.Ε., στον δικα­στικό αγώνα των κληρονόμων Σιβιτανίδη εναντίον του Ελληνικού Δημο­σίου ο οποίος έχει ατονή­σει, και στο ότι τόσο το Δ.Σ. της Σ.Σ.Τ.Ε. υπό τον Μητροπολίτη Αθηνών, όσο και η εκτελεστική επιτροπή υπό τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο, συνεδριάζουν τακτικά στα προσωρινά γραφεία επί της οδού Γλάδστωνος 1.

 

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 30/11/1928:

Το άρθρο με τίτλο «Η ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΕΙΟΣ ΣΧΟΛΗ ΟΡΓΑΝΟΥΤΑΙ ΥΠΟ ΤΕΧΝΙΚΩΝ», αναφέρεται στην σύσταση ειδικών επιτροπών οι οποίες απαρτίζο­νται από επίλεκτους τεχνικούς, για την υπόδειξη των κατάλληλων - για κάθε σχολή που θα ιδρυθεί – συνθηκών, ώστε να εξα­σφαλισθεί «ἡ ἀρτιωτέρα προπαρασκευὴ τῶν μορφωμένων τεχνιτῶν τῆς αὔριον». Σύμφωνα με τις αποφά­σεις του Διοικητικού Συμβουλίου, το Ιδρυμα κατά τα πρώτα έτη της λειτουργίας του θα είναι ‘Ιδρυμα κατώτα­της τεχνικής εκπαίδευσης για την μόρφωση καλών τεχνιτών, ενώ αργό­τερα σε κάποιους κλάδους της βιομηχανίας και της βιοτε­χνίας θα λει­τουργήσει και Μέση Τεχνική Σχολή για την μόρφωση εργοδηγών και αρ­χιτεχνιτών. Στις σχολές θα εισάγονται νέοι 14 – 18 ετών με προσόν το απολυ­τήριο εξατάξιου δημοτικού σχολείου ἤ τετρατάξιου, αφού παρακολουθήσουν επιτυχώς μια προπαρασκευαστική τάξη.

Τα ημερήσια μαθήματα και οι πρακτικές ασκήσεις θα διαρκούν 3 έτη ενώ για μερικές ειδικότητες μόνο 2 έτη, έτσι ώστε οι απόφοιτοι να επιδίδονται γρηγορότερα στην εξάσκηση του επαγγέλματος τους. Εκτός από τα ημερήσια μαθήματα θα διδάσκονται και απογευματινά – χωρίς όριο ηλικίας - για τους κατ’ επάγγελμα εργάτες που θέλουν να βελτιώσουν τις γενικές και ειδικές γνώσεις τους.

 

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 30/11/1928:

Γίνεται καυστική αναφορά στην αντιπαλότητα των υπουργείων Εθνικής Περι­θάλψεως και Πρόνοιας αφ’ ενός, και Αεροπορικής Άμυνας αφ’ ετέ­ρου, ένεκα της παραχώρησης–δωρεάς από το δεύτερο υπουργείο στην Σ.Σ.Τ.Ε.,ενός οικοπέδου δίπλα στις φυλακές Συγγρού για την ανέγερση του κτιρίου της, το οποίο κατελήφθη από το πρώτο Υπουργείο για τις ανάγκες στέγασης των μικρα­σιατών προσφύγων. Και το άρθρο καταλήγει «ἀσφαλῶς ἡ κρατικὴ μας μηχανὴ χρῄζει σοβαρᾶς ἐπισκευῆς , διότι μέγα μέρος τῆς καταναλισκομένης ἐνεργείας φθείρεται ἐπὶ ματαίῳ»

 

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 30/07/1929:

Στο άρθρο με τίτλο «Η ΠΡΟΣΕΧΗΣ ΕΝΑΡΞΙΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΕΙΟΥ ΣΧΟΛΗΣ», γίνεται αναφορά στην πρόοδο της αρχιτεκτο­νικής μελέτης των κτιρίων δίπλα από τον ηλεκτρικό σταθμό Καλλιθέας, στην αγορά δεύτερου οικοπέδου δίπλα από το πρώτο με αποτέλεσμα τον διπλασιασμό των ωφέλιμων εγκαταστάσεων, και στην ενοικίαση βιομη­χανικού κτιρίου επί της οδού Θεσσαλονίκης (δίπλα στο πιλοποιείο Που­λόπουλου) για την προσωρινή στέγαση της Σ.Σ.Τ.Ε. μέχρι να αποπερατωθούν τα ιδιόκτητα κτίρια. Το άρθρο τελειώ­νει με προπαγανδιστικό ύφος «θὰ ἠθέλαμε ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας μας κἄτι περισσότερον· νὰ προπαγανδίσουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὰ παιδιὰ τῶν ἀστικῶν κέντρων τὸν ζῆλον πρὸς τὴν πρακτικὴν τεχνικὴν μόρφωσιν. Μὲγας ἀριθμὸς ἐξ αὐτῶν , μὲ τὸ ἀπολυτήριον τῆς ἕκτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἢ τῆς δευτέρας του Ἑλληνικοῦ , δύνανται νὰ τραποῦν ἀξιόλογα εἰς τὰς ἐφηρμοσμένας τέχνας καὶ νὰ παύσουν οὕτω ἐπιδιδόμενα εἰς τὸν παρασιτισμὸν. Γενόμενα ἄριστοι τεχνῖται , θὰ καταστῶσι μίαν ἡμέρα τὰ στελέχη τῆς βιομηχανικῆς μας προόδου, οἱ στρατιῶται τῆς εἰρήνης , οἱ στυλοβάται τῆς εὐημερίας τῆς χώρας. Μορφωμένοι τεχνῖται καὶ καλοὶ γεωργοὶ εἶναι σπάνιοι σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πρέπει νὰ καταρτίσωμεν τοιούτους»

 

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 15/09/1929:

Οι φιλεύσπλαχνοι “εργοδόται” και οι απείθαρχοι εργάτες

Στο συγκεκριμένο τεύχος των ΕΡΓΩΝ υπάρχει διαφημιστικό τρίπτυχο της Σ.Σ.Τ.Ε. το οποίο αναγγέλλει την έναρξη του Σχολείου Δια­κοσμητικών Επαγγελμάτων και τους όρους εισαγωγής σ’ αυτό, καθώς και την προσεχή λειτουργία των Σχολείων Ξυλουργικής & Επιπλοποιίας, Ηλε­κτροτεχνίας, Κοπτικής & Ρα­πτικής και ούτω καθ’ εξής μέχρι να ολοκλη­ρωθεί το προβλεπόμενο από τον ορ­γανισμό πρόγραμμα της Σ.Σ.Τ.Ε. Γί­νεται έκκληση σ’ όλη την Ελλάδα, σε όλα τα αστικά και βιομηχανικά κέ­ντρα, οπουδήποτε υπάρχουν προοδευτικοί άνθρωποι να αποστείλουν στην Σ.Σ.Τ.Ε. μαθητές οι οποίοι «θὰ γίνουν οἱ συνειδητοὶ καὶ ὑπερήφανοι τεχνῖται τῆς αὔριον , οἱ στυλοβάται τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς βιοτεχνὶας, οἱ συνεργάται τῆς γεωργίας, οἱ πειθαρχικοὶ καὶ μορφωμένοι στρατιῶται τῆς εἰρήνης καὶ τῆς εὐμερίας τῆς χώρας μας... Ἡ θέσις τοῦ τεχνίτου, τοῦ καλοῦ τεχνίτου, τοῦ μορφωμένου, τοῦ πειθαρχημένου, εἶναι πολὺ μεγάλη και σπουδαιοτέρα ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν ρακένδυτων καὶ πενόμενων ὑπαλλήλων που περιφέρονται ἀπὸ γραφεῖο εἰς γραφεῖο διὰ νὰ προσφέρουν κατασυντετριμμένοι ἀπὸ τὴν πενίαν, τὴν καθιστικὴ καὶ μονότονη ζωὴν των εἰς τοὺς βωμοὺς τῶν ἀχρήστων χαρτιῶν. Μέχρι τοῦδε ἡ Ἑλλὰς, χωρὶς ὑπερβολὴν , δὲν παρήγαγε παρὰ γραφεὶς δυστυχῶς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καταρωμένους ἐκείνους ποὺ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ κύπτοντας μοιραίως τὴν μετανοημένην κεφαλὴν των πρὸ τῶν εὐσπλάχνων ἐργοδοτῶν, οἱ ὁποίοι σιτίζουν ἑκατοντάδας ἐξ αὐτῶν , ὄχι διότι χρειάζονται τὴν πληθώραν των, ἀλλὰ διὸτι τοὺς λυποῦνται. Εἶναι καιρὸς πλέον νὰ παράγωμεν ἀντὶ γραφέων καὶ θυρωρῶν , γεωργοὺς καὶ τεχνίτας καλοὺς καὶ μορφωμένους, οἱ ὁποίοι θὰ εἶναι ὠφέλιμοι εἰς τους ἑαυτοὺς των, τὰς οἰκογενείας των καὶ τοὺς ἄλλους»

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 30/06/1930:

Η εργασία ως συνεργάτιδα του κεφαλαίου

Με το πέρας του πρώτου έτους λειτουργίας της Σ.Σ.Τ.Ε. το άρθρο αναφέρει χαρακτηριστικά ότι « Σιβιτανίδειος Σχολή ὑπερέβαλε πᾶσα προσδοκία» και ότι «εὐρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀναγγείλωμεν τὴν ἔκπληξιν μας διὰ τὸ μέγεθος τῶν συντελεσθέντων εἰς τὴν Σιβιτανίδειον Σχολὴν κατὰ τὸ πρῶτον ἐκπαιδευτικὸν ἔτος της, ἔκπληξιν τὴν ὁποίαν ἐδοκιμάσαμεν ὄχι μόνον ἡμεῖς ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ἐπισκέπτες. Ὁ παρεπιδημῶν ἐνταῦθα γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῆς Τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ Βελγίου κ. Daltis , τῆς τελειοτέρας ἐν Εὐρώπη, ἐξέφρασε ἐπίσης τὴν βαθείαν ἔκπληξιν του διὰ τὴν συντελεσθεῖσαν πρόοδον...

... Τὸ προσχέδιον, τὸ σχέδιον καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τμήματος τῆς μηχανουργίας ἀπὸ τῶν ἁπλῶν κοχλιωτῶν ἥλων μέχρι τῶν τμημάτων ἀντλιῶν καὶ κινητήρων, δίδουν τὴν ἐντύπωσιν πεπειραμένων εὐρωπαίων τεχνιτῶν. Εἰς τὸ μηχανουργεῖον, τὸ ἠλεκτροτεχνεῖον, τὸ ξυλουργεῖον οἱ μαθηταὶ ἐργάζονται μὲ ἀπαράμιλλον ζῆλον, μὲ ἐνδιαφέρον ἀδιάπτωτον, μὲ ὀργασμὸν, πρὸς μάθησιν καὶ τελειοποίησιν, ὁμολογουμένως συγκινητικὸν.

... Ἀλλὰ ὅλα τὰ ἀνωτέρω , εἶναι βεβαίως ἀπαραίτητα ἐφόδια διὰ τὴν κατάρτισιν τῶν ἀρχιτεχνιτῶν τῆς αὔριον, οἱ ὁποίοι θὰ δώσουν νέα ζωὴν εἰς τὴν ἑλληνικὴν βιομηχανίαν καὶ βιοτεχνίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὰ μόνα. Ἡ ξηρὰ τεχνικὴ μόρφωσις δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ τίποτε χωρὶς τὴν ἀρτίαν ψυχικὴν καὶ ἠθικὴν διάπλασιν. Τοῦτο κατενόησον καλῶς οἱ ἰθύνοντες τὴν Σιβιτανίδειον Σχολὴν. Καὶ ἀποτέλεσμα τῆς προσοχῆς των πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην, εἶναι ὅτι εἰς τὰ πρόσωπα τῶν μαθητῶν καὶ μαθητριῶν τῆς χολῆς, τῶν αὐριανῶν στυλοβατῶν τῆς βιομηχανικῆς μας ἀναπλάσεως , διακρίνει κανεὶς ὄχι μόνον τὴν αὐτοπεποίθησιν καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν ἀλλὰ καὶ τὴν ἀληθῆ καὶ βαθεῖαν σεμνότητα τοῦ ἤθους , τὴν προσεκτικὴν καὶ λεπτὴν συμπεριφορὰν , τὴν καλῶς ἐννοουμένην πειθαρχίαν , τὰ χαρίσματα ἐν γένει τοῦ καλοῦ πολίτου, χαρίσματα τόσον σπάνια δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δὴ εἰς τὰς ἐργατικὰς μας τάξεις. Οἱ τεχνῖται τῶν αὐριανῶν καλῶν ἡμερῶν τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας, τὰς ὁποίας ὅλοι ἀναμένομεν, δὲν θὰ εἶναι μόνον οἱ καλοὶ χειρισταὶ τοῦ χρωστῆρος , τοῦ πρίονος , τοῦ τόρνου, ἀλλὰ καὶ οἱ φορεὶς τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς ἐργατικῆς ἰδέας. Θὰ ἔχουν μέσα των τὸ ὑγιὲς πνεῦμα τῆς τέχνης ὡς μιᾶς ἀνωτερότητος, τῆς ἐργασίας ὡς εἰλικρινοῦς συνεργάτιδος του κεφαλαὶου, βοηθοῦ καὶ ὄχι διώκτιδος. Οἱ σημερινοὶ μαθηταὶ μανθάνουν νὰ ἀγαποῦν τόσον τοὺς αὐριανοὺς προϊσταμένους των, ὅσον σήμερον τοὺς διδασκάλους των καὶ ἐθίζονται τόσον καλὰ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐργασίας, ὥστε νὰ τὴν ἐκλαμβάνουν ὡς μίαν μορφὴν τῆς καλῆς τέχνης.»

 

 

 

 

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 30/07/1930:

Στο συγκεκριμένο τεύχος αφιερώνονται 8 ολόκληρες σελίδες στην αναλυτική παρουσίαση των πεπραγμένων του πρώτου έτους της Σ.Σ.Τ.Ε..

Δημοσιεύεται η ομιλία του προέδρου της εκτελεστικής επιτροπής και αντιπρόεδρου του Δ.Σ. Α. Χατζηκυριάκου, ο οποίος εκφράζει την ευγνωμοσύνη του σ’ όλες τις επιτροπές εργασίας που μαζί με τον διευθυντή Α. Ηλιάδη εργάσθηκαν επι δύο χρόνια για να ολοκληρώσουν την οργάνωση της Σ.Σ.Τ.Ε.. Επίσης εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στους διευθυντές των τμημάτων, σ’ όλους τους καθηγητές καθώς και εις «τὴν ἐν τοῖς θρανίοις συγκεντρωμένην νεότητα , ἡ ὁποία ἐξετασθεῖσα ἀπέδειξε τὴν ἰδιοφυΐαν τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς».

Ακολουθεί η ομιλία του διευθυντή Ανάργυρου Ηλιάδη ο οποίος, σε οργα­νωτικό και δομικό επίπεδο, συνέβαλλε καθοριστικά στη δημιουργία, ορ­γάνωση και λει­τουργία της Σ.Σ.Τ.Ε., μαζί με τον Ανδρέα Χα­τζηκυριάκο, πολιτικό και εκπρόσωπο της βιομηχανικής τάξης με σαφείς απόψεις για την τεχνική εκ­παίδευση στο διαχειριστικό επίπεδο.

Ο Α. Ηλιάδης αναφέρει ότι διάφορες δυσκολίες καθυστέρησαν για επτά έτη την εκπλήρωση της διαθήκης Σιβιτανίδη αλλά τελικά τον Οκτώβριο του 1929 συνε­στήθη η Σχολή Διακοσμητικών Επαγγελμάτων με διευθυ­ντή τον διακοσμητή ζωγράφο Α. Λουκίδη, και με τρία τμήματα: Σχεδια­στών, Διακοσμητών Ζωγρά­φων, και Διακοσμητών Πλαστών και Γλυπτών. Το Δεκέμβριο ακολούθησε η σύ­σταση του Σχολείου Μηχανουργικών Επαγγελμάτων και Ηλεκτροτεχνίας με δι­ευθυντή τον μηχανικό ηλεκτρο­λόγο Δ. Σουρή, στην οποία λειτούργησε μόνο το ηλεκτροτεχνικό τμήμα. Περί τα τέλη Ιανουαρίου του 1930 αποφασίστηκε και η έναρξη του Σχο­λείου Δομικών Επαγγελμάτων & Επιπλοποιίας με τμήματα: Ξυ­λοδόμων και Επιπλοποιών, και Λιθοδόμων. Η διεύθυνση του Σχολείου ανετέθη στον αρχιτέκτονα Αριστ. Ραυτόπουλο.

Το ενδιαφέρον για την εγγραφή στην Σ.Σ.Τ.Ε. ήταν μεγάλο, «ἡ δίψα τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας διὰ τὴν τεχνικὴν ἐκπαίδευσιν κατεδείχθη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐγνώσθη ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας τῆς Σιβιτανιδείου. Κατὰ ἑκατοντάδας συνεσωρεύθησαν αἱ αἰτήσεις ἐγγραφῆς εἰς τὰ γραφεῖα μας. Παιδιὰ ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ὑποδούλων μερῶν, ὅλων σχεδὸν κοινωνικῶν τάξεων, κάθε ἡλικίας, ἐζήτουν νὰ ἐξασφαλίσουν μίαν θέσιν εἰς τὸ σχολεῖον».

Τελικά εισήχθησαν 120 μαθητές, 30 ακροατές, 31 στο προπαρασκευαστικό τμήμα και 159 στα νυκτερινά τμήματα τα οποία όμως – λόγω δυσχερειών – δεν λειτούρ­γησαν. Οι μαθητές ήσαν ηλικίας 13-19 ετών με απολυτήριο εξατάξιου δημοτικού σχολείου και «εἶχαν εἰς τὸ ἐνεργητικὸν των ὅλον τὸν ζῆλον καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν διὰ τὸ ἐπάγγελμα ἢ τὴν τέχνην ποῦ ἤρχοντο νὰ σπουδάσουν, ἀλλ εἶχον ἐπίσης πληθὺν ἐλαττωμάτων τελείως ἀσυμβιβάστων διὰ τὴν φύσιν τοῦ τεχνικοῦ σχολείου. `Εστεροῦντο δηλονότι πειθαρχίας, ἐπαγγελματικῆς συνειδήσεως, τάξεως, φιλαλληλίας, τεχνικῆς ἀντιλήψεως, μεθόδου καὶ ἀκρίβειας συστήματος καὶ ἐργατικότητος. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἂν εἶναι ἀρεταὶ διὰ πάντα ἄνθρωπον, διὰ τὸν τεχνίτην ὅμως καὶ τὸν ἐπαγγελματίαν εἶνε τὰ θεμέλια, ἐφ’ ὧν καὶ μόνον θὰ καρποφορήσῃ θετικῶς πᾶσα τεχνικὴ ἐκπαίδευσις».

Γι’ αυτόν τον λόγο το εκπαιδευτικό προσωπικό κατέβαλλε σημαντικές προσπά­θειες για την ηθική διαπαιδαγώγηση των μαθητών, οι οποίες αποσκοπούσαν στην απόκτηση τεχνολογικής συνείδησης. Όμως το μεγα­λύτερο πρόβλημα ήταν η τραγική έλλειψη στοιχειωδών γνώσεων παρ’ όλο που οι μαθητές είχαν απολυ­τήριο δημοτικού. Έτσι διαμορφώθηκε κατάλ­ληλα το ωρολόγιο πρόγραμμα ωστε να αυξηθούν οι ώρες διδασκαλίας των γενικών μαθημάτων (Ελληνικά, Μαθη­ματικά, Φυσική κλπ.) και να προστεθούν και άλλα βοηθητικά μαθήματα που συντελούν στην διά­πλαση του χαρακτήρα (Γυμναστική, Υγιεινή, Μουσική).

Σε σύντομο χρονικό διάστημα «πειθαρχία ἐβασίλευεν εἰς τὸ σχολεῖον, πειθαρχία καὶ τάξις βασιζόμεναι ὂχι ἐπὶ τοῦ φόβου ὃν τυχὸν ἤθελον προξενήσει οἱ διδάσκοντες εἰς τοὺς μαθητὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὑπ’ αὐτῶν κατανόησιν τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν».

Η σταδιακή σύσταση των διαφόρων Σχολείων δημιούργησε την ανάγκη μεταγραφής μαθητών από το ένα Σχολείο στο άλλο. Έτσι με την ίδρυση του Σχολείου Μηχανουργικών Επαγγελμάτων και Ηλεκτροτεχνίας μετεγράφησαν σ’ αυτό 53 μαθητές από το Σχολείο Διακοσμητικών Επαγγελμάτων. Το ίδιο συνέβη και με την σύσταση του Σχολείου Δομικών Τεχνών και Επιπλοποιίας όπου εγγράφθηκαν 25 νέοι μαθητές και μεταγράφθηκαν 16. Με το τέλος του πρώτου εξαμήνου τον Μάρτιο η κατανομή των μαθητών στα Σχολεία ήταν η εξής:

Σχολείο Διακοσμητικών Τεχνών: 72 μαθητές (μαζί με τους ακροατές)

Σχολείο Δομικών Επαγγελμάτων & Επιπλοποιίας: 41 μαθητές

Σχολείο Μηχανουργικών επαγγελμάτων και Ηλεκτροτεχνίας: 53 μαθητές

Το διοικητικό συμβούλιο της Σιβιτανιδείου Σχολής: Στην πρώτη γραμμή οι Σ. Βρετ­τός, Θ. Σκούφος, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, οι Α. Χατζηκυριά­κος και Μ. Οικονό­μου, και στην δεύτερη γραμμή οι Α. Ηλιάδης, Κ. Φιλάρετος, Δ. Παπανι­κολάου, Γ. Λα­μπρινάκος, Ι. Θεοφανόπουλος. Στους αναρτημένους πίνα­κες, οι ευερ­γέτες αδελφοί Λουΐ­ζος και Βασίλειος Σιβιτανίδης.

Οι προαγωγικές εξετάσεις ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 1930 και διήρκεσαν ένα μήνα. Οι εξετάσεις προσέλαβαν χαρακτήρα δημόσιας επίδειξης όπου «πᾶς τις ἠδυνήθη νὰ παρακολουθήσῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τα ἀποτελέσματα τῆς συντελεσθείσης διδασκαλίας τόσον ἐν τῇ ἐπιτοπίῳ ἐφαρμογῇ εἰς τὰ ἐργαστήρια, ὅσον καὶ ἐν τῇ ὠργανωθείσῃ ἐκθέσει διακοσμητικοῦ σχεδίου, ἐλευθέρου σχεδίου, μηχανουργικοῦ σχεδίου, ἀρχιτεκτονικοῦ σχεδίου, μωσαϊκῶν ἐκτελέσεων, πλαστικῶν συνθέσεων, γυψουργικῶν καὶ μαρμαρογλυπτικῶν ἐκτελέσεων, χειροτεχνίας, ἠλεκροτεχνίας, ξυλοτεχνίας, λιθοδομίας κλπ.»

Ο Α. Ηλιάδης ολοκληρώνει την ομιλία του ευχαριστώντας όλους τους φορείς που συνέβαλαν στις εργασίες της Σ.Σ.Τ.Ε., καθώς και αυτούς που συνέβαλαν οικονομικά όπως η Αμερικανική Περίθαλψις Εγγύς Ανατολής που δώρισε τα ακίνητα της στην Σύρο, η Ηλεκτρική Εταιρεία Μεταφορών και η εταιρεία Σιδηροδρόμων Αθηνών –Πειραιά για τις εκπτώσεις στα εισητήρια των μαθητών, και οι διάφορες οργανώσεις που προσέφεραν χρηματικά βραβεία στους αριστεύσαντες μαθητές.

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 15/05/1931:

Η Σιβιτανίδειος ως νέος ναός εργασίας.

Με τίτλο «ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΝΑΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ» γίνεται αναφορά στο νέο κτί­ριο που θα στεγάσει τις δραστηριότητες της Σ.Σ.Τ.Ε. τον Σε­πτέμβριο του 1931. Η ανάγκη δημιουργίας τεχνιτών μορφωμένων και με ήθος «κάμνουν τὴν ψυχὴν ἐκείνου ποῦ βλέπει συντελούμενην τὴν ἀνέγερσιν τῆς Σιβιτανιδείου Σχολῆς νὰ πάλλῃ ἀπὸ ἐνθουσιασμὸν διὰ τὸ εὐγενὲς ἔργον...Ὅταν λοιπὸν βλέπει κανεὶς μίαν τοιαύτην ἐργασίαν, μίαν τοιαύτην δημιουργικὴν πνοὴν, ἕνα παλμὸ φιλοτιμίας, δὲν δύναται νὰ μείνει ἀσυγκίνητος, πρὸ τοῦ μεγαλοπρεποῦς κτιρίου, τὸ ὁποῖον μὲ ἀμερικανικὴν ταχύτητα ανηγέρθη ἀπὸ ἕλληνας ἀρχιτέκτονας, ἀπὸ ἕλληνας μηχανικοὺς καὶ ἐργάτας.»

 

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 15/07/1931:

Το δεύτερον έτος της Σιβιτανιδείου Σχολής

Επαινείται η αποτελεσματική προσπάθεια των διδασκόντων στην Σ.Σ.Τ.Ε., και αξιολογούνται οι εργασίες των μαθητών σαν ολοκλη­ρωμένα δημι­ουργήματα αριστούχων τεχνιτών. Αυτά τα γεγονότα μόνο αισιοδοξία μπορούν να προκαλέσουν και «μόνον ὅσοι δὲν ἔχουν παρακολουθήσει τὰς δυσχερείας τῆς Ἑλληνικῆς Βιομηχανίας εἰς τὴν ἐξεύρεσιν καὶ τὴν μόρφωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου ὑλικοῦ, δὲν δύνανται νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν σημασίαν τοῦ συντελούμενου ἔργου. Ἐκείνοι ὅμως ποὺ ἔχουν γνωρίσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς δυσχερείας του ἕλληνος βιομηχάνου εἰς τὴν δημιουργίαν μορφωμένων τεχνιτῶν , θὰ ἐννοήσουν πόσον ἐθνωφελὲς εἶναι τὸ ἔργον τῆς Σιβιτανιδείου, τοῦ ναοῦ αὐτοῦ τῆς ἐργασίας, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδώσῃ αὔριον εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἀξίους τοῦ προορισμοῦ των τεχνίτας».

 

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 15/08/1931:

Το άρθρο επιχειρηματολογεί υπέρ μιας προστατευτικής πολιτικής για τη βιομη­χανία, υποστηρίζει την ελεύθερη χρήση ξένων και εγχωρίων πρώ­των υλών στη βιομηχανική παραγωγή, και καταλήγει στο ότι πρέπει να «ἑδραιώσωμεν τὴν ἐπὶ τὴν βιομηχανίαν πίστιν τοῦ κεφαλαίου διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ αὕτη ἀκόμη περισσότερον, ἂς δώσῃ εἰς αὐτὴν ἡ πολιτεία ἐξειδικευμένους καὶ ἀξίους τοῦ προορισμοῦ των ἐργάτας , ὅπως θὰ ἀρχίσῃ νὰ γίνεται μετ’ ὀλίγον διὰ τῆς Σιβιτανιδείου Σχολῆς , ἂς τὴν βοηθήσωμεν νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς νεωτέρας μεθόδους ἐπιστημονικῆς ὀργανώσεως τῆς ἐργασίας. Καὶ πρὸ παντὸς , ἂς ἐξοικειώσωμεν τὴν εγχώριαν κατανάλωσιν μὲ τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα, ὀργανοῦντες ἔντονον προπαγάνδαν διὰ δημοσιευμάτων, δι’ ἐκθέσεων , μὲ ὅλα ἐν γένει τὰ μέσα τὰ ὁποία ὑποδεικνύει ἡ πεῖρα. Ἂς κάμωσιν ἡ πολιτεία καὶ οἱ πολῖται τὸ καθῆκον των καὶ ἡ βιομηχανὶα θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἰδικὸν της.»

 

ΕΡΓΑ, η γνώμη της Σύνταξης, 15/10/1931:

Η Σιβιτανίδειος συμμετέχει στο εκπαιδευτικό συμβούλιο.

Το άρθρο εγκωμιάζει το έργο του Υπουργού Παιδείας Γ. Παπανδρέου ο οποίος σε τόσο μικρό διάστημα «ἐπέτυχε νὰ μεταβάλῃ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς χώρας τὰς τρώγλας εἰς συγχρονισμένα ἐκπαιδευτικὰ κτίρια, πληροῦντα τὰς ἀπαιτήσεις τῆς νεωτέρας παιδαγωγικῆς... Μία ἐκ τῶν προσπαθειῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας διὰ τὴν βελτίωσιν καὶ καλλιτέραν ὀργάνωσιν αὐτῆς , εἶναι ἡ ἐπιτελούμενη διὰ τοῦ ᾿Ανωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ὡς γνωστὸν ἔχει σκοπὸν τὴν ἐφαρμογὴ ἑνιαίας ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς...Τὸ Συμβούλιον τοῦτο , εἰς τὸ ὁποῖον συμμετέχουσι δι’ ἀντιπροσωπων τὸ Τεχνικὸν Ἐπιμελητήριον, τὸ Πολυτεχνείον, ἡ Σιβιτανίδειος Σχολὴ καὶ οἱ ἄλλοι ἁρμόδιοι παράγοντες, δίδει τὰς γενικὰς γραμμὰς , τὰς ὁποίας θὰ θέτωσιν εἰς ἐφαρμογὴν τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα εἰς τρόπον ὥστε ἐφεξῆς νὰ τηρῆται μία ἑνιαία ἐκπαιδευτικὴ πολιτικὴ, ὅσον ἀφορᾶ τὴν κλασσικὴν ἢ ἐπαγγελματικὴν ἐκπαίδευσιν.»


Συμπέρασμα

Η Σιβιτανίδειος Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων (Σ.Σ.Τ.Ε.) δημιουργήθηκε από την επιθυμία του εθνικού ευεργέτη Βασιλείου Σιβιτανίδη να κληροδοτήσει την περιουσία του στο ελληνικό κράτος για την ίδρυση της εν λόγω Σχολής, «μνημεῖον ἀΐδιον τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ φιλεργίας, Ἑστία δὲ Ἐθνικῆς φιλοπονίας διὰ τὸ μεγαλεῖον καὶ πρὸς δόξαν τῆς φιλτάτης Πατρίδος», σε μια εποχή όπου το αίτημα για τεχνική εκπαίδευση και διαβάθμιση των σπουδών έχει ωριμάσει, αποτελώντας προϋπόθεση για την ανάπτυξη του σύγχρονου ελληνικού αστικού κράτους που επιχειρείται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Από τον θάνατο του Σιβιτανίδη το 1921 πέρασαν 8 χρόνια μέχρι να λειτουργήσει για πρώτη φορά η Σ.Σ.Τ.Ε., εξ αιτίας των επιπτώσεων της Μικρασιατικής καταστροφής και της διεθνούς οικονομικής κρίσης, αλλά και εξ’ αιτίας της ελληνικής γραφειοκρατίας και αδράνειας.

Η έναρξη λειτουργίας της Σ.Σ.Τ.Ε. συνέπεσε με την δεύτερη βενιζελική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929, βάσει της οποίας θεσμοθετήθηκαν κατώτερα επαγγελματικά σχολεία και πρακτικά λύκεια, ώστε η μεταρρύθμιση αυτή να ανταποκρίνεται πλήρως στο νέο προσανατολισμό του κράτους, το οποίο εντάσσει πλέον το εκπαιδευτικό σύστημα στις ανάγκες της οικονομικής του εξέλιξης ,και της δημιουργίας εξειδικευμένων εργατών για την αναπτυσσόμενη βιομηχανία του.

Παρά την φαινομενικά ευνοϊκή χρονική συγκυρία της ίδρυσης της Σ.Σ.Τ.Ε., και παρά τον αρχικό ενθουσιασμό με τον οποίο αποδέχθηκαν το νέο σχολείο όλοι οι κοινωνικοί φορείς, οι αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας, εκφρασμένες δια στόματος του Υπουργού της Παιδείας στο Ανώτατο Εκπαιδευτικό, Συμβούλιο (με ερωτήματα και διλήμματα του τύπου “αν χρειάζονται επαγγελματικά σχολεία”, “αν οι απόφοιτοι των μέσων επαγγελματικών σχολών άρχισαν να περισσεύουν” ή “αν η μέση επαγγελματική παιδεία είναι ανάγκη ή πρέπει να καταργηθεί[55]”), και παράλληλα, η ανεπαρκής κρατική οικονομική επιχορήγηση και η έλλειψη ενός οργανωμένου σχεδίου για την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, οδήγησαν την Σ.Σ.Τ.Ε. σε μία μοναχική πορεία επιβίωσης.

Τα πρώτα 6 χρόνια λειτουργίας της Σ.Σ.Τ.Ε., παρά τις προαναφερθείσες αντιξοότητες, και τα εσωτερικά λειτουργικά της προβλήματα που απέρρεαν από την δυσκολία αφ’ ενός της εξεύρεσης κατάλληλου διδακτικού προσωπικού και αφ’ ετέρου της τυποποίησης των σπουδών, παρήχθη σημαντικό έργο και για πρώτη φορά η εκπαίδευση των μαθητών συνδέθηκε άμεσα με την παραγωγή. Η Σ.Σ.Τ.Ε. είναι το πρώτο κατώτερο επαγγελματικό σχολείο που λειτούργησε με υποδειγματικό τρόπο για τα ελληνικά δεδομένα, οι δε νεωτεριστικές απόψεις του Ανδρέα Χατζηκυριάκου που υποστήριζε… «νὰ ἐξελιχθῇ τὸ ἡμέτερον ἵδρυμα ὡς σχολὴ καὶ ταυτοχρόνως ὡς ἐπιχείρησις» καταδεικνύουν το δυναμικό τρόπο με τον οποίο το ΔΣ της Σ.Σ.Τ.Ε. αντιμετώπιζε την σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή ,και την απόκτηση οικονομικής αυτοδυναμίας.

Η Σ.Σ.Τ.Ε. δεν ήταν ένα σχολείο μαζικής παραγωγής ειδικευμένων εργατών (η παραγωγή αποφοίτων της, όπως προκύπτει από στοιχεία της τριετίας 1932-1935, περιορίζεται στον αριθμό των 250 μαθητών), αλλά μια εκπαιδευτική νησίδα που έδειχνε τον δρόμο για ένα άλλο μοντέλο παιδείας. Ωστόσο στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της Σ.Σ.Τ.Ε. σημειώθηκαν και ορισμένες λανθασμένες ή άστοχες επιλογές οι οποίες είχαν αντίκτυπο στο εκπαιδευτικό της πρόγραμμα. Π.χ. το πρόγραμμα σπουδών βασίστηκε στο πρότυπο της γερμανικής τεχνικής εκπαίδευσης το οποίο ήταν ξένο προς τα ελληνικά δεδομένα, μερικές από τις ειδικότητες της αποδείχθηκε στην πορεία ότι ήταν άνευ αντικειμένου, ενώ η παρατηρούμενη εσωτερική τάση για ανωτατοποίηση των σπουδών σε ορισμένους κλάδους αλλοίωσε εν μέρει τον σκοπό της, δηλαδή την εκπαίδευση ειδικευμένων εργατών κατώτερου και μέσου επιπέδου.

Την περίοδο 1935-40 η Σ.Σ.Τ.Ε. προκειμένου να επιβιώσει οικονομικά και σε ένα κλίμα φορτισμένο από την απειλή του επερχόμενου πολέμου, οδηγήθηκε σε μια αρχικά άτυπη συνεργασία με το Υπουργείο Πολεμικών στο οποίο παρείχε υπηρεσίες με οικονομικό αντιστάθμισμα, και εξελίσσεται σύντομα σε παράρτημα του Υπουργείου Αεροπορίας με την μετάταξη της πλειοψηφίας των μαθητών της στα νεοδημιουργηθέντα τμήματα μηχανοτεχνιτών της Αεροπορίας. Γεγονός που, αν δεν αλλοίωσε, σίγουρα υποβάθμισε τόσο τον εκπαιδευτικό σκοπό της όσο και την ίδια της τη φυσιογνωμία.

Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι η Σ.Σ.Τ.Ε. ήταν ένα φιλόδοξο και μεγαλόπνοο πείραμα που δεν πέτυχε το στόχο του.

Το ερώτημα το οποίο τίθεται, δεδομένου ότι η εκπαίδευση συνδέεται με τις ανάγκες της κοινωνίας, είναι αν η τελευταία ήταν ώριμη γι’ αυτό το πείραμα. Όπως αποδεικνύεται, η ελληνική κοινωνία του μεσοπολέμου με τις έντονες αντιφάσεις της δεν στάθηκε ικανή να υποστηρίξει αυτό το πείραμα, αλλά και το ίδιο το κράτος δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει τις λειτουργικές και δομικές εκείνες απαιτήσεις που θα καθιστούσαν αναγκαίο ένα ολοκληρωμένο σύστημα τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Η ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης συμβαδίζει με την αποδοχή του “βιομηχανικού φαινομένου”, το οποίο προϋποθέτει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, δέσμευση, συστηματοποίηση, οργάνωση, και δυτικού τύπου “προτεσταντισμό”.

Η Ελλάδα όμως, παρά τη φαινομενική βιομηχανική ανάπτυξη της μεσοπολεμικής περιόδου, μέχρι το 1940 διατήρησε την αγροτική μορφή της οικονομίας της, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι το 1907 όπως προκύπτει από τις στατιστικές, εξακολουθώντας να αναπαράγει τα οικεία σ’ αυτήν αναπτυξιακά μοντέλα τα οποία βασίζονταν στην αγροτική οικονομία και στο εμπόριο.

Στο ερώτημα δε για το αν ο προσανατολισμός προς τις κλασικές σπουδές υπήρξε ο βασικός ανασταλτικός παράγων στην προσπάθεια ανάπτυξης της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, δεν μπορεί να δοθεί καταφατική απάντηση, διότι οι βιομηχανικά ισχυρές χώρες δεν μείωσαν τον ρυθμό εκβιομηχάνισης τους επειδή η εκπαίδευσή τους είχε κλασικό προσανατολισμό ή επειδή οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις απαξίωναν τη χειρωνακτική εργασία. Σ’ αυτές τις χώρες είχε ήδη πυροδοτηθεί η διαδικασία της βιομηχανικής ανάπτυξης με την συνακόλουθη ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, γεγονός το οποίο δεν συνέβη ποτέ στην Ελλάδα.

 

 

 

 

 

 

 


Βιβλιογραφία

  1. Αγριαντώνη Χριστίνα, Οι Απαρχές της Εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19° Αιώνα, ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1986.
  2. Γαβρόγλου Κ., Βρυχέα Άννη, Απόπειρες Μεταρρύθμισης της Ανώτατης Εκπαίδευσης 1911-1981, Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1982.
  3. Γιάνναρη Γιώργου, Φοιτητικά Κινήματα και Ελληνική Παιδεία, Το Ποντίκι 1993.
  4. Γκλαβας Σ., Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Σεβαστοπούλειος Εργατική Σχολή, Αθήνα 2000 (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή).
  5. Γληνός Δημήτρης, Άπαντα, τομ. Α΄-Β΄, Θεμέλιο, Αθήνα 1983.
  6. Δερτιλής Β. Γ., ΘΕΜΑΤΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ(18ος-20ος), Επιμέλεια Γ. Δερτιλής - Κ. Κωστής, Εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ 1991.
  7. Δημαράς Αλέξης, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, (Τεκμήρια ιστορίας) τόμοι Α - Β, ΕΣΤΙΑ 1988.
  8. Ζολώτας Ξενοφών, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ, ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΑΘΗΝΑΙ 1959.
  9. Ηλιάδου Ανάργυρου, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΎΣΕΩΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1926.
  10. Καλλιβρετάκης Λεωνίδας, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΘΗΝΑ 1990.
  11. Μακρής Ε., «Ο οικονομικός ενεργός πληθυσμός και η απασχόλησις αυτού», στο Χουλιαράκης Μ. κ.α. Στατιστικαί μελέται, 1821-1971, σ. 148-185.
  12. Μαρκεζίνης Β. Σπ., Πολιτική Ιστο­ρία της Νεωτέρας Ελλάδος, 1828-1964, Αθήνα, «Πάπυρος» 1966 τ. Γ΄.
  13. Μεταξά Ι., Το Προσωπικό του Ημερολόγιο Δ. Τόμος (επιμέλεια Φαίδων Βρανάς), Αθήνα, Ίκαρος 1960.
  14. Μπίρη Η. Κώστα, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΤΣΟΒΙΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ-1957.
  15. Μπουρνάζος Στρατής, «Η εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος», Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα 1900-1922 ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ, Α' Τόμος ΜΕΡΟΣ 2°, Βιβλιόραμα, σελ. 188-281.
  16. Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδας 1821-1921, τόμος Β1 Βιομηχανία και Εμπόριον.
  17. Παπαγιαννάκη Λευτέρη, ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΙ 1882-191Ο, ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΑΘΗΝΑ 1989.
  18. Παπαπάνου Κώστα, ΧΡΟΝΙΚΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΜΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ, ΑΘΗΝΑΙ 1970.
  19. Παυλίδου Ι.Ιωακείμ, Η μεταρρύθμισις της Παιδείας εν Ελλάδι Μέση και κατωτέρα πρακτική και τεχνική εκπαίδευσις, Ερμούπολη 1900.
  20. Σαπουνάκη-Δρακάκη Λυδία, «Η εκπαίδευση της εργατικής τάξης στον Πειραιά τον 19° αιώνα», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΤΕΥΧΟΣ 6, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1986, σελ. 387-415.
  21. Σβορώνος Γ Νίκος., ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΘΕΜΕΛΙΟ 1976
  22. Σούτσου Α.Ι., «Περί της δημοσίας παιδεύσεως, σχετικώς ως προς τάς παραγωγικάς δυνάμεις των εθνών» , Πανδώρα, τόμος Δ', 15 Οκτωβρίου 1853, σελ. 375-383
  23. Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, Ο Κοινωνικός Ρόλος των Εκπαιδευτικών Μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), ΘΕΜΕΛΙΟ 1992.
  24. Φραγκουδάκη Α., ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ: Άγονοι αγώνες και ιδεολογικά αδιέξοδα στο μεσοπόλεμο, ΚΕΔΡΟΣ 1977.
  25. Χατζηιωσήφ Χρήστος, Η Γηραιά Σελήνη, η βιομηχανία στην ελληνική οικονομία, 1830-1940, θεμέλιο 1993.

 



[1] Στο εξής Σ.Σ.Τ.Ε.

[2] Το σχεδίασμα Ηλιάδη (ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΎΣΕΩΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1926) αποτελεί την βασική μελέτη για την ίδρυση και οργάνωση της Σ.Σ.Τ.Ε.

[3] Κώστα Η. Μπίρη, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΤΣΟΒΙΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ 1957, σ.14.

[4] Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΘΗΝΑ 1990, σ.124.

[5] Νόμος ΛΖ /1846 Περί συστάσεως γεωργικού σχολείου εις Τίρυνθον (ΕτΚ αρ. 15/10-6-1846)

[6] Παπαπάνου Κώστα, ΧΡΟΝΙΚΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΜΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ, ΑΘΗΝΑΙ 1970, σ. 131.

[7] Χατζηιωσήφ Χρήστος, Η Γηραιά Σελήνη, η βιομηχανία στην ελληνική οικονομία, 1830-1940, θεμέλιο 1993, σ. 322.

 

[8] Νόμος 388, Νοέμβριος 1914 «περὶ ὀργανώσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικοῦ Μετσόβιου Πολυτεχνείου» ΦΕΚ Α΄307/20-11-1914.

[9] Νόμος 980 της 24ης Οκτωβρίου 1917.

[10] Δημαράς Αλέξης, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, (Τεκμήρια ιστορίας) τόμοι Α - Β, ΕΣΤΙΑ 1988, τόμος β’, σ. λ’.

[11] Με τον νόμο της 12 Νοεμβρίου 1905.

[12] Μπουρνάζος Στρατής, «Η εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος», Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα 1900-1922 ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ, Α' Τόμος ΜΕΡΟΣ 2°, Βιβλιόραμα, σελ 209.

[13] Σαπουνάκη-Δρακάκη Λυδία, «Η εκπαίδευση της εργατικής τάξης στον Πειραιά τον 19° αιώνα», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΤΕΥΧΟΣ 6, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1986, σελ. 387-415

[14] Σούτσου Α.Ι., «Περί της δημοσίας παιδεύσεως, σχετικώς ως προς τάς παραγωγικάς δυνάμεις των εθνών» , Πανδώρα, τόμος Δ', 15 Οκτωβρίου 1853, σελ. 375-383

[15] Δημαράς Α. 1988, σ.149.

[16] Τσουκαλάς Κ. 1992, σ. 381.

[17] Ηλιάδου Α. 1926, σ. 7.

[18] Διδάκτορας κλασικής φιλολογίας του Erlangen της Βαυαρίας, γυμνασιάρχης, επιθεωρητής νομού Κυκλάδων, διευθυντής της “Ελληνικής Σχολής” της Οδησσού.

[19] Παυλίδου Ι. 1900, σ. ζ’.

[20] Παυλίδου Ι. 1900, σ. 21.

[21] Παυλίδου Ι. 1900, σ. 58.

[22] Σβορώνος Ν. 1981, σ.115.

[23] Γαβρόγλου Κ., Βρυχέα Άννη, Απόπειρες Μεταρρύθμισης της Ανώτατης Εκπαίδευσης 1911-1981, Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1982, σ.17.

[24] Παπαγιαννάκης Λ.: Οι Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι, ΜΙΕΤ 1990, σ.43.

[25] Αγριαντώνη Χριστίνα, Οι Απαρχές της Εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19° Αιώνα, ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1986, σ. 114.

[26] Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδας 1821-1921, τόμος Β1 Βιομηχανία και Εμπόριον. σ. 19.

[27] Αποσπάσματα των θέσεων της κοινοβουλευτικής επιτροπής παιδείας, η οποία συνέταξε τους δύο οργανισμούς του 1911 ( Ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς, Παράρτημα 1910, σελ. 330)

[28] Φραγκουδάκη Α., ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ: Άγονοι αγώνες και ιδεολογικά αδιέξοδα στο μεσοπόλεμο, ΚΕΔΡΟΣ 1977, σ. 59.

[29] Γκλαβας Σ., Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Σεβαστοπούλειος Εργατική Σχολή, Αθήνα 2000, σ.275 (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή)

[30] Γληνός Δ. Άπαντα τόμος Β΄, σελ.225.

[31] Φραγκουδάκη Α., ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ: Άγονοι αγώνες και ιδεολογικά αδιέξοδα στο μεσοπόλεμο, ΚΕΔΡΟΣ 1977, σ. 64.

[32] Το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού που απασχολείται στον αγροτικό τομέα από 45,43% το 1907 ανεβαίνει στο 49,36% το 1920, ξεπερνά το 50% με την απογραφή του 1928 και παραμένει σ’ αυτά τα επίπεδα μέχρι το 1940 (Μακρής Ε., «Ο οικονομικός ενεργός πληθυσμός και η απασχόλησις αυτού», στο Χουλιαράκης Μ. κ.α. Στατιστικαί μελέται, 1821-1971, σ. 148-185)

[33] Οι κληροδόχοι Σιβιτανίδη δεν σεβάστηκαν την επιθυμία του, προσέβαλαν την διαθήκη και με τον τρόπο αυτό καθυστέρησαν την εκκαθάριση της περιουσίας και την σύσταση της Σχολής.

[34] Τα δικαιώματα αντιστοιχούν σε μερικά έξοδα της Σχολής τα οποία γίνονται για την παροχή μόρφωσης των μαθητών.

[35] Στην πράξη μαθητές και γονείς εκβίαζαν για την κατάταξη σε τμήματα της αρεσκείας των και αποχωρούσαν από την Σ.Σ.Τ.Ε. αν δεν γινόταν δεκτή η επιθυμία τους.

[36] Όπως επί λέξει αναφέρεται στα πρακτικά του Δ.Σ.

[37] Near East Relief: Αμερικάνικος Φιλανθρωπικός οργανισμός που ξεκίνησε την δραστηριό­τητα του το 1915 με αφορμή την ανάγκη ανακούφισης των προσφύγων που επέζησαν της γενοκτονίας των Αρμενίων. Το 1919 διεύρυνε τις δραστηριότητες του στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής κατασκευάζοντας νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, και κέντρα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Μέχρι το 1930 που σταμάτησε τις δραστηριό­τητες του είχε διαθέσει περισσότερα από 117 εκατομμύρια δολάρια.

[38] Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών και Πειραιώς.

[39] Για να γίνει σαφέστερο το κόστος φοίτησης στην Σ.Σ.Τ.Ε. αναφέρεται ότι ο μηνιαίος μι­σθός ενός εργάτη ανέρχεται περίπου στις 1200 δρχ,. ενώ ο μέσος όρος των δικαιωμάτων στη Σ.Σ.Τ.Ε. ανέρχεται στις 1000 δρχ. το εξάμηνο, και η εγγύηση(άπαξ) στις 440 δρχ. χω­ρίς να υπολογι­σθούν τα δίδακτρα. Με δεδομένη την χαμηλή εισοδηματική προέλευση της πλειοψη­φίας των μαθητών, γίνεται φανερό γιατί αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους.

[40] Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά σε ομιλία του στο Δ.Σ. ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος … «νὰ ἐξελιχθῇ τὸ ἡμέτερον ἵδρυμα ὡς σχολὴ καὶ ταυτοχρόνως ὡς ἐπιχείρησις»

[41] Τα αποσπάσματα της ενότητας αυτής είναι από τα διατάγματα στην εφημερίδα της κυβερνήσεως για τον οργανισμό της Σ.Σ.Τ.Ε. στις 29/8/1935 και 28/6/1928, και από το φυλλάδιο της Σ.Σ.Τ.Ε. του 1935.

[42] Τα κορίτσια κατατάσσονται μόνον στις σχολές οι οποίες είναι μικτές. Στην πράξη δεν φοίτησε κανένα κορίτσι μέχρι το 1940.

[43] Αναφέρεται η χορήγηση βραβείου 1000 μάρκων στον καθηγητή της Σχολής Ι. Ματζου­ράνη, μηχανολόγο για μετεκπαίδευση στην Γερμανία το 1936. Αργότερα (1938) θα καθιε­ρωθεί σε ετήσια βάση η μετεκπαίδευση 3-4 μαθητών με έξοδα του Γερμανικού κράτους. Επίσης σύμφωνα με την απόφαση 24/1938 θα αντιπροσωπευθεί η Σ.Σ.Τ.Ε. στο διεθνές συνέδριο τεχνικής εκπαίδευσης Βερολίνου.

[44] Με βάση τα πρακτικά του Δ.Σ. είχε δωρίσει μία μεγάλη πρέσα.

[45] Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Μεταξάς στην «Εφημερίδα των Ελλήνων» 19/1935: «Ἡ Δημοκρατία ὑπὸ τὴν μορφὴν καὶ τὸ περιεχόμενον τὸ ὁποῖον παρέδωσεν ὁ Φιλελευθερισμὸς τοῦ ΙΘ´ αἰῶνος, ἀφοῦ κατεθρυμμάτισε τὰ Ἔθνη καὶ τοὺς κοινωνικοὺς ὀργανισμοὺς, εἰσῆλθεν εἰς περίοδον ἐσχάτης κρίσεως...Ἡ ὀξεία διαίσθησις τῶν ζωντανῶν λαῶν ἀντιδρᾶ ἐνώπιον τῆς ἀπειλῆς τῆς τελειωτικῆς των καταθρυμματίσεως, λόγῳ τοῦ φυγοκέντρου στοιχείου τῆς Δημοκρατίας, ποὺ ὠθεῖ εἰς ἑκουσίαν παραίτησιν ἀπὸ πάσης ἐλευθερίας καὶ εὐθύνης καὶ εἰς ἐγκατάλειψιν εἰς τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἑνὸς. Ὁ μεσαίων ἐπαναβιοῦται εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τὸν κόσμον. Αἱ Δημοκρατίαι θνήσκουν εἰς πεῖσμα τοῦ τ’ ἀντίθετα διατεινόμενου ποιητοῦ».

[46] Από συνέντευξη του Μεταξά στην εφημερίδα «Βραδυνή» στις 15/9/1936: «Οὔτε εἶναι δυνατὸν, ἐθνικὴ ἡμεῖς Κυβέρνησις, νὰ εἴμεθα ἐχθροὶ τῆς γλώσσας ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ μέγας ποιητὴς Σολωμὸς ἔγραψε τὸν Ἐθνικὸν μας ὕμνον. Ἡ Δημοτικὴ θὰ ἐξακαλουθήσῃ νὰ διδάσκεται εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον καὶ παραλλήλως εἰς τὰς δύο τελευταίας τάξεις θὰ διδάσκεται ἡ καθαρεύουσα...»

[47] Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται ανάθεση έργου (Άνοιξη του 1937) από τον Κ. Κοτζιά, Υπουργό διοικητή πρωτεύουσας, για την ανέγερση αθλητικού σταδίου δίπλα στις φυλα­κές Συγγρού με δαπάνες του Κράτους. Την διαχείριση του σταδίου θα έχει η Σ.Σ.Τ.Ε., η οποία θα επιτρέπει την άσκηση μαθητών άλλων σχολείων της περιφερείας.

[48] Το κείμενο είναι προσιτό στην αναδημοσίευση του στο Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστο­ρία της Νεωτέρας Ελλάδος, 1828-1964, Αθήνα, «Πάπυρος» 1966 τ. Γ΄, σ. 358

[49] Όπως πριν, σελ. 361.

[50] Όπως την εκφράζει ο Δ. Γληνός, κύριος συνεργάτης του υπουργού των Φιλελευθέρων Ι. Δ. Τσιριμώκου στο άρθρο του, «Τα Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια» (Β΄ Μια μικρή Προεισα­γωγή), εφ. Ακρόπολις, 10 Ιουνίου 1929.

[51] Γενική Εισηγητική Έκθεσις και Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια κατατεθέντα εις την Βουλήν (…)υπό (…) Κωνστ. Β. Γόντικα, Αθήνα, Εθνικό Τυπογραφείο, 1929, σ.5

[52] Η πιο σημαντική αλλαγή είναι κατά την γνώμη μου η υποκατάσταση του ρόλου του χρυ­σού με την τραπεζική πίστη και η διεθνοποίηση της οικονομίας.

[53] Δημήτρης Γληνός: γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1882, ήταν εκπαιδευτικός και πολιτευτής με πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική αριστερά την περίοδο του μεσοπολέμου. Σπού­δασε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και συνέχισε στην Φιλοσοφική της Αθή­νας(1899-1905). Αν και το 1901 ήταν με το μέρος των γλωσσαμυντόρων στα «Ευαγγελικά» , μεταστράφηκε γρήγορα και το 1904 έγινε μέλος του δημοτικιστικού συλλόγου «Έθνος και Γλώσσα». Εργάστηκε στην ιδιωτική Μέση Εκπαίδευση στη Σμύρνη, αλλά οι έντονες αντιδράσεις για τις γλωσσικές του πεποιθήσεις τον ώθησαν να φύγει για μεταπτυχιακά στη Γερμανία όπου συναντήθηκε με τον σοσιαλιστή και κοινωνιολόγο Γεώργιο Σκληρό και μελέτησε συστηματικότερα τον Μαρξισμό. Επιστρέφοντας πρωτοστάτησε στη ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» και παράλληλα εργάστηκε σαν καθηγητής στο Αρσάκειο και σαν διευθυντής στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Έχοντας την στήριξη του κόμ­ματος των Φιλελευθέρων εισηγήθηκε μια ευρεία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με κύριο μοχλό την εισαγωγή της δημοτικής στο δημοτικό σχολείο(1917) και χρημάτισε κατά δια­στήματα – λόγω της εξαιρετικά ανώμαλης πολιτικής κατάστασης – πρόεδρος του Εκπαι­δευτικού Συμβουλίου, Γεν. Γραμματέας του Υπ. Παιδείας, Διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας(1924). Μετά το 1929 προσέγγισε περισσότερο τις ιδεολογικές θέσεις του ΚΚΕ.

[54] αργόσχολες

[55] Αποσπάσματα από το: Ανώτατον Εκπαιδευτικόν Συμβούλιον, Πρακτικά Συνεδριάσεων, 5-24 Οκτωβρίου 193, σ. 43, 99.